Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Ανακοίνωση της «Νέας Σποράς»


Η «Νέα Σπορά» θέλει να ευχαριστήσει όλους εκείνους τους αναγνώστες που μας απευθύνονται, που επικοινωνούν ηλεκτρονικά μαζί μας και μας ζητούν μια πιο συχνή αρθρογραφία. Από την πλευρά μας θέλουμε να υπενθυμίσουμε και να διευκρινίσουμε ότι η «Νέα Σπορά» είναι ένας χώρος υπεύθυνης πολιτικής γνώμης και μόνο, που υπερασπίζεται τον Μαρξισμό - Λενινισμό και τα ιστορικά καθήκοντα που πρέπει να πραγματοποιήσει για λογαριασμό της εργατικής τάξης το ΚΚΕ. Ο στόχος της «Νέας Σποράς» δεν είναι ούτε η δημοσιότητα ούτε το «κυνήγι» της καθημερινής επικαιρότητας.  Επιλέγει, πάντα κατά την κρίση της, τις αναγκαίες στιγμές που πρέπει να παρέμβει στο δημόσιο πολιτικό λόγο. Κι αυτό το καθήκον το πραγματοποιεί με ένα και μοναδικό κριτήριο. Πως το ΚΚΕ θα ανταποκριθεί στα επαναστατικά του καθήκοντα. Από εδώ προκύπτει και η κριτική στάση απέναντι στην ηγεσία του ΚΚΕ.

Η «Νέα Σπορά» δίνει σήμερα στη δημοσιότητα ένα σχετικό άρθρο για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία σε δύο συνέχειες. Ελπίζουμε οι αναγνώστες μας να μας στείλουν τις κριτικές τους παρατηρήσεις και, πιθανόν, τις διαφωνίες τους.

Μία από τις παρατηρήσεις που μας αποστέλλουν οι αναγνώστες μας είναι για το μακροσκελές των άρθρων μας. Για αυτήν την παρατήρηση, από την πλευρά μας, έχουμε να πούμε ότι η αρθρογραφία μας είναι κυρίως ανάλυση και υπακούει στους κανόνες κάλυψης ενός θέματος. Έχουμε τη γνώμη ότι η κατάτμηση ενός θέματος για να εξασφαλίσει «εύκολη» αναγνωσιμότητα δεν βοηθάει την κατανόηση του θέματος στην ενότητά του. Φυσικά, πάντα στην κάλυψη μιας θεματολογίας υπάρχει μια κατάτμηση στις βασικές της πλευρές. Εμείς ακολουθούμε αυτόν τον κανόνα, πιστεύοντας πάντα στη συνειδητή αναγνωσιμότητα. Σε κάθε περίπτωση ζητάμε συγγνώμη για την «κούραση» που προκαλούμε και ελπίζουμε να μην είναι τόσο… κουραστική. Δεσμευόμαστε ότι θα υπάρξει στη συνέχεια και νέα αρθρογραφία.
Περισσότερα... "

Η διέξοδος από την κρίση και η ηγεσία του ΚΚΕ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Οι πρόσφατες αποφάσεις των Συναντήσεων του Eurogroup
Άνθρακες ο θησαυρός

Η Συνάντηση του Eurogroup της 20ης του Νοέμβρη, η Συνάντηση Κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ακολούθησε αμέσως μετά, αλλά και η Συνάντηση του Eurogroup της 26ης του Νοέμβρη πρέπει να αποτελέσουν τη θρυαλλίδα για τον κάθε δύσπιστο εργαζόμενο για το που πάνε οι εξελίξεις τόσο  στη χώρα μας όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση:

¨ Να καταλήξει σε συμπεράσματα, να έρθει μπροστά στην πραγματικότητα και να συνειδητοποιήσει ποιο είναι το πραγματικό πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας.
¨      Να κατασταλάξει στη σκέψη του ότι καμία λύση δεν μπορεί να δοθεί στην οικονομική κρίση της χώρας μας, ότι καμία απειλή για την επίσημη χρεοκοπία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί - γιατί η ανεπίσημη ή ελεγχόμενη χρεοκοπία είναι παρούσα, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η αναπτυξιακή της πορεία, εάν δεν επιλυθεί το πρόβλημα - κρίκος που λέγεται: Ελλάδα - Ευρώ - Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Μπορούμε να το διατυπώσουμε και διαφορετικά. Το τι έγινε, ειδικά στις δύο Συναντήσεις του Eurogroup,  πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για τον κάθε καλόπιστο εργαζόμενο, που έτρεφε, ακόμη, ελπίδες ότι η σωτηρία της χώρας θα έρθει «απ’ έξω» να πάψει να τρέφει τέτοιου είδους φρούδες ελπίδες.

Η τελική απόφαση του Eurogroup της 26ης του Νοέμβρη είναι αδιέξοδη. Θα συντηρήσει την κρίση. Δεν διαθέτει καμία προϋπόθεση, και για τα «μέτρα» της ίδιας της απόφασης, για να υλοποιηθεί. Εκτός κι αν επικρατήσει η «σιγή νεκροταφείου» για τη χώρα μας και τους εργαζόμενους.   

Το γενικό σύνθημα για το απεχθές λαθρεμπόριο ελπίδας το έδινε ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και η τρικομματική κυβέρνηση. Από κοντά τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια και ορισμένοι αστοί διανοούμενοι, που μας προκαλούν τη νοημοσύνη βάναυσα με τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς τους.

Το μοτίβο γνωστό, απλοϊκό, για να είναι ευκολοχώνευτο, υπόδειγμα υποτελούς σκέψης και στάσης: Αφού η Ελλάδα έχει επιτελέσει το «καθήκον» της και ήδη έχει αρχίσει να εφαρμόζει τα «αναγκαστικά» δυσβάστακτα μέτρα, που απαιτούσαν οι εταίροι μας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο - ώστε, υποτίθεται, να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο του χρέους και της οικονομικής κρίσης και να έρθει η πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη - τότε, τόσο οι εταίροι μας όσο και το ΔΝΤ πρέπει να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Ελλάδα. Δηλαδή, να εγκρίνουν και να εκταμιεύσουν τις δόσεις, που συνολικά προσεγγίζουν περίπου τα 44δισ ευρώ. Η έγκριση για εκταμίευση ήρθε, όπως ήρθε. Η εκταμίευση, όμως, τελεί ακόμη υπό περιορισμό…! Εάν και εφ’ όσον…!

Η εξέλιξη αυτή έρχεται, κατά τη γνώμη μας, να επαληθεύσει δύο βασικά συμπεράσματα, ένα γενικό και ένα πιο ειδικό που αλληλοσυμπληρώνονται:

¨      Η κρίση συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση βαθαίνει. Σε μια περίοδο που πληθαίνουν οι εκτιμήσεις από πολλούς αστούς οικονομικούς σχολιαστές ότι η παγκόσμια οικονομία παρουσιάζει επιβράδυνση, η κρίση, τώρα, δεν περιορίζεται «στις χώρες του Νότου» ή «στην περιφέρεια» αλλά αφορά και τον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Είναι ενδεικτικό ότι το γερμανικό υπουργείο οικονομικών επιφόρτισε τους «σοφούς» οικονομικούς του συμβούλους να κάνουν «φύλλο και φτερό» τη γαλλική οικονομία, η οποία και θεωρείται πλέον από τους γερμανούς ιθύνοντες ως «βαριά ασθενούσα», παρά τη διάψευση που υπήρξε, για ευνόητους λόγους, από την πλευρά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Η κρίση όμως δεν αφήνει απ’ έξω ούτε και τη Γερμανία την ίδια. Ήδη η επιβράδυνση της χτύπησε την πόρτα.
¨      Το δημόσιο χρέος, όχι μόνο για την Ελλάδα, για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση αναδείχνεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση στη διαχείρισή του. Ένας σκέτος βραχνάς. Στο χειρισμό του δημόσιου χρέους εκδηλώνονται οι πιο άμεσες αντιθέσεις, που έχουν πάρει και ανοιχτό χαρακτήρα, τόσο μεταξύ των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και μεταξύ του ΔΝΤ με την Ευρωπαϊκή Ένωση - ειδικότερα με τη Γερμανία. Είναι γνωστό ότι η Γερμανία ξεκινάει την αντιμετώπιση του χρέους, κι αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, από την αποπληρωμή του χρέους.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν απολύτως σαφής και συνεπής σ’ αυτήν την αρχή. Γι αυτό το λόγο και τασσόταν ενάντια σε ένα νέο κούρεμα του χρέους για τη χώρα μας.  «Αν αποφασίσουμε να προχωρήσουμε σε "κούρεμα" για την Ελλάδα, δεν θα μπορούμε να δώσουμε νέες εγγυήσεις για την Ελλάδα, το οποίο είναι λογικό, καθώς σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ μπορούμε να δώσουμε εγγυήσεις μόνο εφόσον πιστεύουμε ότι το χρέος θα αποπληρωθεί, οπότε δεν μπορούμε να κάνουμε και τα δύο» (ΣΣ ο τονισμός δικός μας).

Στο μεταξύ το πρακτορείο Reuters είχε αποκαλύψει έκθεση της τρόικας, που τέθηκε υπόψη των συμμετεχόντων στη Συνάντηση του Eurogroup της 20ης του Νοέμβρη, ότι η εξέλιξη του χρέους της Ελλάδας δεν θα είναι αυτή που σχεδιαζόταν στα «χαρτιά» και ανακοινωνόταν δημόσια αλλά ότι το ελληνικό χρέος θα είναι στο 144% του ΑΕΠ το 2020, στο 133% το 2022 και στο 111% το 2030!!!!

Το μεγάλο, λοιπόν, άμεσο πρόβλημα που προκύπτει για τη χώρα μας, με δεδομένη τη στάση των εταίρων, είναι η διαχείριση του δημόσιου χρέους. Το οποίο, πρακτικά σημαίνει, ότι θα κρατάει «δεμένη» την Ελλάδα μέχρι το 2060 και τους εργαζόμενους σε μια συνεχή λιτότητα μέχρι το 2040, που, στα χαρτιά πάντα, υπολογίζεται ότι το χρέος θα φτάσει στο 60% επί του ΑΕΠ, οπότε θα αρχίσει να εγκαταλείπεται και η πολιτική της λιτότητας. Μέχρι τότε θα βρισκόμαστε ως χώρα σε καθεστώς λιτότητας και οικονομικού ελέγχου.

Παράλληλα το χρέος της Ελλάδας, που τώρα είναι κυρίως διακρατικό, διαπλέκεται με τη συνολική οικονομική κατάσταση που βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη στάση του ΔΝΤ, που πίεζε τη Γερμανία για ένα νέο κούρεμα του ελληνικού χρέους - και απειλούσε, ταυτόχρονα, έως και με αποχώρηση από το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των ΗΠΑ (και των λεγόμενων αναδυόμενων οικονομιών) με τη Γερμανία. Προς το παρόν συμβιβάστηκε με τη μερική επαναγορά των ομολόγων.

Διαπλέκεται και με τη στάση των άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που καθένα από αυτά αντιμετωπίζει τα δικά του οικονομικά προβλήματα, εξ αιτίας της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, και που οδηγούν ακόμη και σε μυστικές συναντήσεις, όπως αυτή μεταξύ της Γερμανίας, Γαλλίας, Ισπανίας και Ιταλίας αλλά και σε συμπράξεις μεταξύ των χωρών του λεγόμενου Νότου, που σαφώς στρέφονται ενάντια στη Γερμανία αλλά και με τη στάση της Μ. Βρετανίας, που βρίσκεται, καθώς λέγεται, στα πρόθυρα σοβαρών αποφάσεων σε σχέση με την παραμονή της ή μια πιθανή αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και που, ταυτόχρονα, βρίσκεται, επίσης, σε «ανοιχτή γραμμή» με τις ΗΠΑ.

Το δημόσιο χρέος αναδεικνύεται σε μεγάλο πονοκέφαλο για τις ηγετικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας και την ίδια την άρχουσα τάξη, γιατί σχετίζεται με το ίδιο το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης. Τροφοδοτεί σταθερά την ύφεση, μεταφράζεται σε μακροχρόνια  λιτότητα για τους εργαζόμενους, που με τη σειρά της τροφοδοτεί ξανά την ύφεση, και αναβάλλει επ’ αόριστο την ανάκαμψη.

Κι αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι τόσο οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις όσο και η άρχουσα τάξη της χώρας μας έχοντας αναγάγει σε φετίχ τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν στη κυριολεξία «κρεμαστεί» στις αποφάσεις που θα πάρουν οι διάφορες Συναντήσεις του Eurogroup όσο και οι Συναντήσεις Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γι αυτό το λόγο, ακόμη και για την εξυπηρέτηση της δικής τους πολιτικής και για τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα δεν επεξεργάστηκαν καμία πρόταση αντιμετώπισης του χρέους. Αφέθηκαν στην τροποποίηση του δόγματος «όταν τα βουβάλια τσακώνονται καλύτερα τα βατράχια να παραμερίζουν», σε μια αναμονή για το πώς θα καταλήξουν οι συνεννοήσεις μεταξύ της Κριστίν Λαγκάρντ και της Άνγκελα Μέρκελ, μεταξύ ΔΝΤ και Γερμανίας, τελικά μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας.

Με αυτόν τον τρόπο έδωσαν και πρακτικές αποδείξεις για την υποτελή στάση τους. Πρόσφεραν όμως και κάτι ουσιαστικό, έστω χωρίς και να το θέλουν. Ανέδειξαν το ουσιαστικό πρόβλημα μιας εξαρτημένης χώρας, που η παραγωγική της βάση έχει καταστραφεί ακριβώς εξ αιτίας της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη. Δηλαδή, η Ελλάδα κατάντησε να είναι «το βατράχι» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που το πατάνε ανά πάσα στιγμή οι ισχυροί ευρωπαίοι εταίροι.

Οι αποφάσεις, όμως, των Συναντήσεων του Eurogroup, τελικά, όπως είναι φυσικό, δεν παίρνονται με κριτήριο τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας. Η Γερμανία π.χ. αρνείται μέχρι τώρα, τουλάχιστον, να δεχτεί ένα νέο άμεσο κούρεμα του ελληνικού χρέους, γιατί θα έχει σημαντικές απώλειες και γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο θα ανατραπεί η σχέση «τα ελλείμματα των χωρών της περιφέρειας να μετατρέπονται σε πλεονάσματα για την ίδια». Το ίδιο ισχύει για τη Γαλλία που κρατάει στα χέρια της ελληνικά ομόλογα συνολικού ύψους 65δισ. Το ελληνικό χρέος, κατά κύριο λόγο πλέον, αφορά τις κεντρικές τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παραπέρα ένα νέο κούρεμα και μια νέα χρηματοδότηση για να αντιμετωπιστεί το χρηματοδοτικό κενό θα φέρουν κι άλλες αντιδράσεις από άλλες χώρες, που θα απαιτήσουν, στη συνέχεια, παρόμοιες ρυθμίσεις. Ήδη υπάρχουν οι σχετικές δηλώσεις εκ μέρους της ηγεσίας της Ιρλανδίας.

Το δημόσιο χρέος, αυτό πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό, σφραγίζει το σύνολο της κοινωνικής ζωής της χώρας μας. Τα πάντα ξεκινάνε και τελειώνουν στο χρέος. Όλη η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται περιστρέφεται γύρω από αυτό. Θα αλλάξει τη ζωή των παλιών και θα διαμορφώσει τις νέες γενιές. Γι αυτό το λόγο είναι ανεπίτρεπτη υπεραπλούστευση να αντιμετωπίζεται με βαρύγδουπα αποφθέγματα του τύπου: «Το χρέος το γεννάει ο καπιταλισμός»!

Προφανώς ο καπιταλισμός το γεννάει. Αλλά αυτό σε τι παραπέμπει; Σε ένα σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και είχε χρέη; Είναι μια κριτική για το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και μόνο; Παραπέμπει σε ένα σοσιαλισμό που θα γνωρίσουμε, που θα οικοδομήσει το ΚΚΕ, και δεν θα έχει χρέη; Δηλαδή δεν θα υπάρχει δανεισμός και με την έννοια αυτή δεν θα δημιουργούνται χρέη και θα είναι μια δικαίωση και μια επανόρθωση σε σχέση με το παρελθόν; Ή τελικά, στην πραγματικότητα, είναι μια φυγή από το πρόβλημα, που καθηλώνει την καθημερινή ζωή των εργαζομένων, στο όνομα του σοσιαλιστικού μέλλοντος;
***
Εκτός, όμως, από τις καθαρά οικονομικές πλευρές του προβλήματος της αντιμετώπισης του χρέους υπάρχουν και οι πολιτικές πλευρές αυτού του ζητήματος. Η διαχείριση του ελληνικού χρέους σκόνταψε πρώτα - πρώτα στις ελληνικές εκλογές, όπου οι εταίροι πίεζαν με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις τους για ένα εκλογικό αποτέλεσμα, που θα τους επέτρεπε να εμπιστευτούν σε σίγουρα χέρια «τα λεφτά τους» - που τα ληστεύουν, φυσικά, από «τα λεφτά μας».

Η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ στη χώρα μας κατέδειξε αυτό το γεγονός, πέρα από την οικονομική της διάσταση που αφορούσε την περαιτέρω διείσδυση της Γερμανίας στη χώρα μας και στην ευρύτερη περιοχή. Η πολιτική διάσταση της επίσκεψης Μέρκελ ήταν η ανοιχτή στήριξη του Αντώνη Σαμαρά και η ανοιχτή παρέμβαση - αντιπερισπασμός στην εν εξελίξει συμμαχία των χωρών του Νότου, Ισπανίας - Ιταλίας - Γαλλίας.

Μετά σκόνταψε στις αμερικάνικες εκλογές, οπότε παίχτηκε «το παιχνίδι των καθυστερήσεων» γύρω από την έκθεση της τρόικας.

Τώρα σκοντάφτει στις γερμανικές εκλογές μέσα από τις οποίες η Άνγκελα Μέρκελ επιδιώκει την επανεκλογή της και μέσα από την επανεκλογή της Μέρκελ η Γερμανία, δηλαδή η άρχουσα τάξη της Γερμανίας,  επιδιώκει να ηγεμονεύσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γενικότερα στην Ευρώπη, αφαιρώντας ερείσματα από τις ΗΠΑ και παίζοντας το δικό της παιχνίδι στο παγκόσμιο γεωστρατηγικό γίγνεσθαι.

Αυτή η διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας δεν πρέπει να υποτιμηθεί καθόλου. Η Γερμανία επενδύει, κυρίως στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, σημαντικά ποσά ως προς το ΑΕΠ της. Από αυτήν την άποψη αν παρακολουθήσει κανείς τα παπαγαλάκια των ΗΠΑ - Γερμανίας, μερικούς «ανεξάρτητους» σχολιαστές που ξημεροβραδιάζονται στα διάφορα και καθημερινά πάνελ που διεξάγονται - καθηγητές ΑΕΙ, δημοσιογράφοι αλλά και εκπρόσωποι κομμάτων, θα αντιληφθεί και την ουσία του θέματος. Και ποια είναι αυτή;…

Η Γερμανία με τον τρόπο που εξελίσσει την πολιτική της «διαταράσσει την ισορροπία δυνάμεων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης (Βαλκάνια, ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής) μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας. Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει με ποιον θα πάει. Τώρα βρίσκεται στον «αέρα» ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Όποτε επέλεξε τη Γερμανία καταστράφηκε».

Αυτή είναι η παπαγαλίστικη απολογητική των «αμερικανόπνευστων», δημόσια διατυπωμένη, απροκάλυπτη, κυνική, ωμή και χωρίς καθόλου φιοριτούρες. Οι οποίοι έχουν και το θράσος να φτάνουν στο έσχατο σημείο της πολιτικής υποτέλειας, ωμότητας και εξαθλίωσης τολμώντας να μιλούν ακόμη και για μια μετάγγιση ενός νέου πολιτικού προσωπικού στη χώρα μας απ’ ευθείας από τις ΗΠΑ, από την ελληνοαμερικάνικη ομογένεια, για να διαχειριστεί τα πολιτικά μας πράγματα!!!

Αυτή η διαπάλη εκφράζεται και μεταξύ του ΔΝΤ και της Γερμανίας. Εκφράζεται και στο επίπεδο των οικονομικών εκτιμήσεων γύρω από το δημόσιο χρέος και το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης. Όλοι οι υπερατλαντικοί οικονομικοί σχολιαστές, μαζί και το ΔΝΤ, εκτιμούν ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμο. Ως κύρια λύση προτείνουν ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ μέσα από το οποίο θα εκφραστούν και οι ισορροπίες, σε γεωστρατηγικό επίπεδο, μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας.

Στις εκτιμήσεις τους για το δημόσιο χρέος έχουν δίκιο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ενδιαφέρονται να λύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας και ότι ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ θα δώσει διέξοδο στο οικονομικό και αναπτυξιακό της πρόβλημα. Άλλωστε υπάρχει και η εμπειρία του παλιού σχεδίου Μάρσαλ. Η μεταπολεμική ανάπτυξη στηρίχτηκε στον ιδρώτα και στο αίμα του ελληνικού λαού και μόνο.

Από την άλλη μεριά η Γερμανία επιδιώκει την ηγεμονία της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για να την εξασφαλίσει προωθεί και επιβάλει μια σκληρή δημοσιονομική πολιτική και μια πολιτική «περισσότερης ομοσπονδιοποίησης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόκειται για μια πολιτική που της διασφαλίζει μεν την κυριαρχία της σε όλα τα επίπεδα αλλά δεν αποτελεί άμεση απάντηση ούτε στην αντιμετώπιση του χρέους ούτε και στην οικονομική κρίση. Η ουσία του ζητήματος είναι ότι προσπαθεί να επιλύσει ένα οικονομικό πρόβλημα με πολιτικά μέσα, που παραπέμπει στο μέλλον, παρακάμπτοντας ένα άμεσο πρόβλημα, που για όλους τους εταίρους είναι και άμεσο και πρόβλημα, αλλά για ορισμένους είναι πρόβλημα ύπαρξης πλέον μια και ο κίνδυνος μιας χρεοκοπίας είναι μπροστά τους.

Η προοπτική μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας ολοκληρώνει μια συζήτηση που έχει ανοίξει εδώ και χρόνια για τη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πολιτική ένωση στην οποία θα εκχωρηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα των εθνικών κρατών. Μέσα από αυτήν την εξέλιξη οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευελπιστούσαν και στη διάσωση και σταθεροποίηση του ευρώ.

Στο πλαίσιο αυτό θα υπήρχε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, ενοποιημένος τραπεζικός τομέας, θα βάθυνε ο χαρακτήρας της ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας και τέλος οι κυβερνήσεις των εθνικών κρατών, πρακτικά, θα μετατρέπονταν, κατά βάση, σε απλούς διεκπεραιωτές των κεντρικών αποφάσεων της Ομοσπονδίας, πράγμα που ήδη έχει αρχίσει να γίνεται. Πρόκειται για μια απλουστευτική μεταφορά και αντιγραφή της συγκρότησης των ΗΠΑ.

Η κίνηση αυτή, όμως, το πιθανότερο είναι ότι θα φέρει τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα:

¨      Θα οξύνει στο έπακρο τις υπάρχουσες αντιθέσεις μεταξύ των μελών - κρατών, γιατί ενώ η πολιτική ένωση θα έχει προχωρήσει, με πρώτο βήμα την αλλαγή των Συνθηκών, τα οικονομικά προβλήματα - το δημόσιο χρέος, η οικονομική κρίση κλπ, θα παραμένουν.
¨      Αυτό σημαίνει ότι η γερμανική ηγεμονία που θα εκφραστεί μέσα από αυτήν την πολιτική ένωση θα επιβάλει οικονομικές πολιτικές, που κυρίαρχα θα επιβεβαιώνουν το ρόλο της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
¨      Θα εκφραστεί με πιο έντονους ρυθμούς ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης μεταξύ των εθνικών κρατών αλλά τώρα και των περιφερειών.
¨      Θα ενταθεί ο ανισότιμος καταμερισμός εργασίας, που θα φέρει ακόμη πιο καταστρεπτικές συνέπειες για την παραγωγική βάση των πιο αδύναμων κρατών, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία.
¨      Θα οξυνθούν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό των οικονομικών ελίτ, που ήδη είναι εμφανείς και διασπασμένες, γύρω από το ρόλο του ευρώ, ως νομίσματος κυρίαρχα του τραπεζικού κεφαλαίου και της Γερμανίας και τελικά όλη αυτή η κίνηση θα καταλήξει στην ίδια την αποσταθεροποίηση του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ίσως τώρα μπορεί να δοθεί και μια ρεαλιστική εξήγηση, γιατί η ηγεσία της Ολλανδίας, σε πρόσφατες δηλώσεις της, αξίωσε στις νέες Συνθήκες για την Ευρωπαϊκή Ένωση να προβλέπεται και νομική δυνατότητα εξόδου από την ευρωζώνη. Μάλλον υποψιάζεται ότι στο νέο περιβάλλον θα υπάρξουν και χώρες που δεν θα αντέξουν.

Το σύνθημα «περισσότερο Ευρώπη» ισοδυναμεί με μεγαλύτερη εξάρτηση και λιγότερη εθνική ανεξαρτησία. Το μέλλον της χώρας μας, πολύ περισσότερο τώρα, δεν βρίσκεται στο ευρώ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε σε μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία.

Έπειτα δεν πρέπει να υποτιμηθεί σε καμιά περίπτωση ότι το ιστορικό γενετικό στίγμα των ΗΠΑ, δηλαδή ο τρόπος που δημιουργήθηκαν, είναι τελείως διαφορετικό από το Ευρωπαϊκό. Στην Ευρώπη γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν πολλές αποικιοκρατικές δυνάμεις, υπάρχουν και σήμερα σημαντικές ιμπεριαλιστικές χώρες. Η ιστορική μνήμη - που συντηρεί στάσεις και αναπαράγει προσδοκίες - και ο σύγχρονος ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα σφραγίσουν την πορεία της ομοσπονδιοποίησης.

Η συγχώνευση των εθνών, που κανείς προοδευτικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αντίθετος σε μια τέτοια προοπτική, είναι μια μακροχρόνια υπόθεση που προϋποθέτει το σοσιαλισμό, παρά το γεγονός ότι οι ρίζες της ξεκινάνε από τον καπιταλισμό. Η ομοσπονδιοποίηση, που θα επιχειρηθεί, προωθείται για να μην έρθει ο σοσιαλισμός. Αυτή η ομοσπονδιοποίηση εχθρεύεται το σοσιαλισμό, τον οποίο τον είχε αναγάγει σε πρώτο και κυρίαρχο κίνδυνο από την αρχή της πρωτοβουλίας για ένα τέτοιο εγχείρημα μιας ιμπεριαλιστικής διακρατικής ένωσης καπιταλιστικών κρατών.

Η άρχουσα τάξη της χώρας μας, προς το παρόν, είναι προσανατολισμένη στη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ και δεν αρνείται την ομοσπονδιοποίηση. Άλλωστε αυτή τη στιγμή είναι αδύνατον να αμφισβητήσει αυτόν τον προσανατολισμό, γιατί η οποιαδήποτε αμφισβήτηση θα σήμαινε και την ανοιχτή, την επίσημη παραδοχή της χρεοκοπίας της χώρας αλλά και την κατάρρευση μιας πολυδιαφημισμένης στρατηγικής, που θα πέταγε έξω από το πολιτικό προσκήνιο όλους εκείνους που επένδυσαν επί μακρόν στο «Ευρωπαϊκό όραμα».

***
Στο επίπεδο, τώρα, των πολιτικών δυνάμεων της χώρας μας έχει ήδη εμφανιστεί η διαπάλη των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Η τρικομματική κυβέρνηση υπακούει πιστά στις επιλογές του Eurogroup, που φέρουν τη σφραγίδα της γερμανικής ηγεμονίας. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σαφώς ταχθεί υπέρ ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ προκειμένου να ξεπεραστεί η χρεοκοπία και η οικονομική κρίση, ενώ την ίδια στιγμή δίνει όρκους πίστης στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η στάση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια «παραξενιά». Δεν είναι μια πολιτική «αυθαιρεσία» ούτε είναι μια διχοστασία «άνευ λόγου». Αντανακλά την ταλάντευση των μικροαστικών στρωμάτων, που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ και που, αυτή τη στιγμή, δεν αισθάνονται να πιέζονται σε μια άλλη κατεύθυνση από τη μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τα πιέσει. Και αυτή η δύναμη δεν είναι άλλη από την εργατική τάξη. Προσανατολίζονται, λοιπόν, προς την αστική τάξη και με την έννοια αυτή και ο ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά στην προσπάθειά του να αναδειχθεί στη διακυβέρνηση της χώρας και έχοντας πλήρη συνείδηση της γεωστρατηγικής αντιπαράθεσης προσπαθεί να «ισορροπήσει».

Το αποτέλεσμα είναι ήδη γνωστό. Και Μάρσαλ και ευρώ, με αιχμές ενάντια στη Μέρκελ, που η μνημονιακή πολιτική της «προσφέρεται» για τη συσπείρωση των μικροαστικών στρωμάτων που καταστρέφονται αλλά ταυτόχρονα του επιτρέπει να αναπαράγει και να υπερασπίζεται τη χαμένη τιμή του «ευρωπαϊκού οράματος». Αλλά τέτοιου είδους ισορροπίες έχουν, επίσης, γνωστό τέλος (όρα ΠΑΣΟΚ).

Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι ΗΠΑ, στη διαπάλη τους με τη Γερμανία, αντιπαρατίθενται συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πολύ περισσότερο ότι προσπαθούν να την αποδιαρθρώσουν ή και να τη διαλύσουν. Αυτή τη στιγμή, τουλάχιστον, ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ δολαρίου και ευρώ αλλά και να μην διαταραχθούν οι ισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Να μην καταλήξει να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο σύνολό της, μια ζώνη επιρροής της Γερμανίας. Έτσι, τώρα, μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα και η στάση που προσπαθεί να κρατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Από τα όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα αναδεικνύεται το σύνθετο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο αυστηρά οικονομικό αλλά και πολιτικό, μια και εμπλέκεται και εμφανίζει, ταυτόχρονα, το γενικότερο γεωστρατηγικό παιχνίδι που διεξάγεται αυτή τη στιγμή μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, κύρια των ΗΠΑ και της Γερμανίας.

Σ’ αυτήν τη γεωστρατηγική αντιπαράθεση η άρχουσα τάξη της χώρας μας και οι πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν αντιπροσωπεύουν τα βατράχια που βρίσκονται ανάμεσα στα ποδάρια των βουβαλιών που τσακώνονται. Γι αυτό το λόγο δεν καταθέτουν πρόταση εξόδου από τη χρεοκοπία και την κρίση. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αποδεικνύουν, έμπρακτα, ότι δεν μπορούν να ηγούνται της χώρας.

Αρέσκονται να παριστάνουν το σκληρό διαπραγματευτή, την ώρα που περιμένουν στο διάδρομο για να παραλάβουν το πακέτο των αποφάσεων που πρέπει να εκτελέσουν. Αποφάσεις που τις παρουσιάζουν στον ελληνικό λαό, ως προϊόν νίκης μιας απούσας σκληρής διαπραγμάτευσης, με τα ίδια λόγια και τον ίδιο θεατρινισμό που παρουσίαζε και ο Γ. Παπανδρέου τις δικές του νίκες - κι αυτός μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις. Αποφάσεις που κάθε φορά που παίρνονται βάζουν, υποτίθεται, τη χώρα μας σε τροχιά επίλυσης του χρέους και της οικονομικής κρίσης.

Κάθε φορά… και κάθε φορά… και κάθε φορά, το αποτέλεσμα είναι ένα νέο μνημόνιο, που το ένα μετά το άλλο οδηγούν σε νέο δυνάμωμα της εξάρτησης, οικονομικής και πολιτικής, και φέρνουν τη χώρα μας ολοένα και πιο κοντά στο χείλος μιας ανεπανόρθωτης καταστροφής και τους εργαζόμενους να βυθίζονται και να πνίγονται στην ανέχεια και την εξαθλίωση.

Από την άλλη πλευρά ο ΣΥΡΙΖΑ όλο και περισσότερο περιορίζει την κριτική του προς την κυβέρνηση στο επίπεδο του απόντος διαπραγματευτή. Αναλαμβάνει και αυτός να υποδύεται το γνώριμο ρόλο του αποφασιστικού και σκληρού διαπραγματευτή, ξεχνώντας, βέβαια, ότι όλοι οι μέχρι τώρα κυβερνώντες τον ίδιο ρόλο έπαιξαν, το ίδιο έργο παρουσίασαν και το ίδιο αποτέλεσμα εισέπραξαν.

Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους:

¨      Πρώτον, γιατί δεσμεύεται από τη γενική του θέση για τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, πράγμα που δεν του δίνει το περιθώριο να στηρίξει ουσιαστικές λύσεις για τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. Ο ρόλος του σκληρού διαπραγματευτή, όμως, του δίνει τη δυνατότητα να αντιπαρέρχεται τα ουσιαστικά ζητήματα.
¨      Δεύτερον, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι απαντάει στο οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας με αμερικάνικη συνταγή, παρά τους όρκους πίστης στο «ευρωπαϊκό ιδεώδες». Αναγκαίος διχασμός μια και δεν θέλει, ως πολιτική ηγεσία, να κρατήσει μια αυτοκριτική στάση και να αναγνωρίσει έμπρακτα την αντιδραστικότητα ενός πολιτικοϊδεολογικού και οικονομικού οράματος στο οποίο συναίνεσε και εξακολουθεί εγκληματικά να συναινεί, ακόμη και μπροστά στη θέα μιας κατεστραμμένης χώρας.

Φυσικά η επιλογή αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, προς τα έξω, προς τον κόσμο που επηρεάζει, δικαιολογείται με το γενικότερο επιχείρημα ότι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας, που μεταφράζονται σε αντιθέσεις μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου και προσωποποιούνται σε αντίθεση μεταξύ Λαγκάρντ και Μέρκελ, εξ ου και η κατηγορία του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση για μερκελισμό.

Αλλά δεν παύει, όμως, να είναι μια επιλογή, που μεταφράζεται με οικονομικούς όρους του ΔΝΤ και που λέγεται σχέδιο Μάρσαλ και που αποκρύβει από τον ελληνικό λαό ότι και η λαγκαρντική απολογητική, δηλαδή η φιλοαμερικάνικη απολογητική, έχει κόστος και δεν βγάζει τη χώρα από τη χρεοκοπία ούτε από την οικονομική κρίση, πολύ περισσότερο δεν αποτρέπει τον ελληνικό λαό από το να πληρώνει για μακρό χρονικό διάστημα το μάρμαρο. Άλλωστε στη λύση που έδωσε η Γερμανία με την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup υποχώρησε και συμφώνησε και το ΔΝΤ, έστω κι αν έδειξε τη δυσαρέσκειά του, που, καθώς λέγεται, θα πάρει τη μορφή μιας πιθανής απουσίας της Κριστίν Λαγκάρντ από το επόμενο Eurogroup.

Παραπέρα δεν παύει να είναι μια λάθος επιλογή, παρά τη δικαιολογημένη κριτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ, έστω και πλημμελώς και με αντιφατικά επιχειρήματα, στην πρόσφατη απόφαση του Eurogroup, που αποδέχτηκε και προτίθεται να εφαρμόσει η τρικομματική κυβέρνηση. Ουσιαστικά, για να το πούμε ξεκάθαρα, η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ και η αναφορά του στην ανάγκη ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ αποκαλύπτει την προσπάθειά του για τις διεθνείς αβάντες που θέλει να εξασφαλίσει και που μάλλον θα έχει συνέχεια και προς τις ΗΠΑ και προς τη Γερμανία.

Δυστυχώς, για τον κόσμο που επηρεάζει ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από τη στρατηγική της άρχουσας τάξης, με ό,τι σημαίνει αυτό για την πολιτική και ιδεολογία του, πολύ γρήγορα, η ηγεσία του υιοθέτησε και την πεπατημένη ως προς την πολιτική πρακτική των αστικών πολιτικών δυνάμεων, στην προσπάθειά του να αναδειχθεί και να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

***
Στο μεταξύ άκρως σημαντική πολιτική σημασία έχει και μια άλλη πλευρά του οικονομικού προβλήματος της χώρας μας. Καταβάλλεται υπέρμετρη προσπάθεια, σε ένα παραπλανητικό παιχνίδι σε βάρος του ελληνικού λαού, να παρουσιαστεί το οικονομικό πρόβλημα της χώρας στο επίπεδο μιας ασφαλούς μείωσης του χρέους, έστω και σε βάθος χρόνου, που θα δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα να καταφύγει και πάλι στις αγορές για να εξασφαλίσει έναν πιο αξιόπιστο δανεισμό με χαμηλά επιτόκια.

Είναι φανερό ότι μια τέτοια αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος της χώρας καταλήγει να εγκλωβίζει και να θεωρεί το οικονομικό πρόβλημα ως πρόβλημα δανεισμού και μόνο. Τελικά αυτή η αντιμετώπιση θεωρεί επιτυχία την εξασφάλιση της δυνατότητας για συνεχή δανεισμό της χώρας από τις λεγόμενες αγορές. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τους μόνους που συμφέρει μια τέτοια αντιμετώπιση είναι οι δανειστές.

Αυτός ό αυθαίρετος περιορισμός, στις συγκεκριμένες διαστάσεις, του οικονομικού προβλήματος της χώρας μας είναι ένας παραπλανητικός περιορισμός, που η ίδια η ζωή τον τίναξε στον αέρα με τα αλλεπάλληλα μνημόνια και εν αναμονή του τέταρτου μνημονίου στην προσεχή εαρινή Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόκειται για μια αρρωστημένη λογιστική αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος της χώρας μας, που προωθείται από τις «αυθεντίες» της σύγχρονης οικονομετρίας και που στην πραγματικότητα είναι οι σύγχρονοι κομπογιανίτες της οικονομικής επιστήμης, που στην κυριολεξία παίζουν και εμπαίζουν τους εργαζόμενους με τα γελοία οικονομετρικά μοντελάκια τους, που για την Ελλάδα έπεσαν όλα και μακράν έξω, και όχι μόνο για την Ελλάδα.

Κι όλα αυτά λέγονται σε μια στιγμή που η παραγωγική βάση της χώρας καταστρέφεται και που οι αποφάσεις του Eurogroup δεν δίνουν λύση ούτε στο πρόβλημα του χρέους, ακριβώς γιατί η παραγωγική βάση της χώρας δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα αναγκαία πλεονάσματα που προϋποθέτει η εφαρμογή της απόφασης του Eurogroup. Επομένως «άνθρακες ο θησαυρός». Αλλά η οικονομική καταστροφή της χώρας δεν είναι άνθρακες. Είναι μια απτή πραγματικότητα.

(Ακολουθεί το δεύτερο μέρος)
Περισσότερα... "

Η διέξοδος από την κρίση και η ηγεσία του ΚΚΕ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


Τα καθήκοντα του Κόμματος μπροστά στην οικονομική καταστροφή

Μπροστά στην αδιέξοδη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί το μόνο κόμμα που θα μπορούσε να προτείνει μια ουσιαστική λύση για το οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας είναι το Κόμμα μας, το ΚΚΕ. Αλλά είναι σκόπιμο πριν απ’ αυτό το ζήτημα να ασχοληθούμε για λίγο, και αυτό είναι αρκετό, από οικονομική άποψη, με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, γεγονός που θα διευκολύνει και το φώτισμα για το ποια θα έπρεπε να είναι η διέξοδος, που θα όφειλε να προτείνει το Κόμμα μας μπροστά σ’ αυτόν τον καταιγισμό των γεγονότων.

Όπως, ήδη, σχολιάσαμε η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup για την Ελλάδα δεν έχει καμία πιθανότητα να φέρει τα αποτελέσματα για τα οποία υποτίθεται ότι δεσμεύεται, γιατί, στην πραγματικότητα, δεν στηρίζεται, ακόμη και για ό, τι προβλέπει, σε πραγματικά οικονομικά δεδομένα.
Ακόμη και αν η επαναγορά των ομολόγων διεξαχθεί, και με τον τρόπο που πάει να εφαρμοστεί, και είναι επιτυχής, μέχρι τις 12 του Δεκέμβρη, που κι αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο, υπάρχει ένας αξεπέραστος παράγοντας που τη συγκεκριμένη απόφαση του Eurogroup την καθιστά εντελώς ανίσχυρη.

Ο παράγοντας αυτός είναι το γεγονός ότι για να φτάσει η Ελλάδα να έχει το 2020 χρέος 124% επί του ΑΕΠ και περίπου 110% το 2022 θα πρέπει να αποκαταστήσει «τρελούς» ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4 - 5% από τον επόμενο χρόνο. Δηλαδή, πρέπει να ξεπεράσει την οικονομική κρίση, να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης και μάλιστα σε ένα παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον που το σύνολο των οικονομικών σχολιαστών το χαρακτηρίζουν ως υφεσιακό και σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που και ο σκληρός της πυρήνας, Γερμανία και Γαλλία, αντιμετωπίζουν υφεσιακά φαινόμενα.

Μια τέτοια εκδοχή μόνο στα χαρτιά μπορεί να προκύψει, ενώ στην πραγματικότητα η χώρα μας θα έχει μεταβληθεί και θα είναι ένα απέραντο νεκροταφείο, από τα αλλεπάλληλα αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα που θα παίρνονται, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι δανειστές της χώρας μας.

Με λίγα λόγια η απόφαση αυτή δεν μας λέει την αλήθεια. Και παραπέρα, το ποια ακριβώς θα είναι η αλήθεια, ακριβέστερα, για το που πιθανά θα πάνε τα πράγματα για την Ελλάδα, θα το διαπιστώσουμε στην εαρινή Σύνοδο Κορυφής και το αργότερο μέχρι τη διεξαγωγή των γερμανικών εκλογών.

Έτσι κι αλλιώς, όμως, για δύο ζητήματα μπορούμε να είμαστε, κατά τη γνώμη μας, βέβαιοι:

¨      Η χώρα μας και οι εργαζόμενοι θα βρεθούν μπροστά σε έναν οικονομικό μακροχρόνιο Γολγοθά, που δεν αντιμετωπίζεται με κανέναν άλλο τρόπο παρά με την ανάπτυξη των αγώνων του εργατικού κινήματος, στο πλαίσιο μιας προγραμματικής πρότασης εξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία.
¨      Τίποτα ακόμη σε σχέση με την παραμονή της χώρας μας στο ευρώ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει κλείσει και το τι θα γίνει με την Ελλάδα δεν θα εξαρτηθεί πρωταρχικά από τη δικής θέληση.

Πρέπει να θεωρείται δεδομένη η ένταση των αντιθέσεων που προκύπτουν ως προς το χειρισμό του χρέους, γιατί στην πραγματικότητα σημαίνει κόστος από την καταστροφή κεφαλαίου, που πρέπει κάποιος να το επωμιστεί. Με δεδομένη, επίσης, την ανοιχτή γεωστρατηγική διαπάλη μεταξύ των ΗΠΑ και της Γερμανίας δεν μπορούμε να μετρήσουμε από τώρα το βαθμό επίδρασης αυτής της διαπάλης πάνω στις άλλες αντιθέσεις, που ακριβώς και πως θα εκφραστεί. Απ’ ότι φαίνεται η τακτική που ακολουθείται στην προσπάθεια επίλυσης αυτών των αντιθέσεων είναι «βήμα το βήμα».

Θα πρέπει, όμως, να γίνει κατανοητό ότι τόσο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της χώρας μας υπάρχει πραγματικό αδιέξοδο και σε ότι αφορά το πώς θα ξεπεραστεί η οικονομική κρίση για την Ευρωπαϊκή Ένωση - με πολύ σοβαρή αιχμή το πρόβλημα του δημόσιου χρέους και τη σχέση δολαρίου και ευρώ, όσο και για τη χώρα μας, με όλες τις ιδιομορφίες που συμπληρώνουν το οικονομικό και πολιτικό τοπίο, για κάθε ξεχωριστή περίπτωση.

Θα πρέπει, επίσης, να γίνει κατανοητό ότι οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της χώρας μας έχουν ζωτικό συμφέρον να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση και τα φαινόμενα χρεοκοπίας γιατί αντιμετωπίζουν το πραγματικό πρόβλημα να χρεοκοπήσουν κι αυτές. Η στρατηγική τους επιλογή κινδυνεύει να χρεοκοπήσει με δεδομένη την παγκόσμια γενική οικονομική κρίση. Ήδη οι λαοί και οι εργαζόμενοι αναπτύσσουν ανάστροφες τάσεις ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σημειώνεται και στη χώρα μας.

Παραπέρα,  πολύ περισσότερο ζωτικό, είναι το συμφέρον της εργατικής τάξης - και όλων των σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων προς αυτήν,  να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση, γιατί η ίδια και οι σύμμαχες δυνάμεις καταστρέφονται,  φορτώνονται και πληρώνουν τις συνέπειες της κρίσης και έτσι χειροτερεύει η θέση τους από όλες τις απόψεις, ενώ αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο  η άρχουσα τάξη να επιχειρήσει να φτάσει στην οποιαδήποτε αντιδημοκρατική εκτροπή, που δεν είναι αναγκαίο να πάρει τις μέχρι τώρα κλασσικές μορφές που έχουν ήδη εφαρμοστεί, για να εξασφαλίσει την εξουσία της.

Προβάλλουν αποφασιστικά και κυρίαρχα στο οικονομικό και πολιτικό προσκήνιο, σε σχέση με την οικονομική διέξοδο και τη χρεοκοπία, σε σχέση με τις πολιτικές δυνάμεις που θα αναλάβουν αυτό το καθήκον, σε σχέση με το ρόλο των ίδιων των κοινωνικών δυνάμεων, οι σχέσεις των τάξεων.

Τίθεται ανοιχτά το ερώτημα : Ποια τάξη θα ηγηθεί της εξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Και, μάλιστα,  σε ένα περιβάλλον - αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που, εκτός από την αντιδραστικότητα του εγχειρήματος και τη σταθερή και συνεχή της ροπή προς την αντίδραση, εμφανίζει και φαινόμενα διάλυσης, φαινόμενα φυγοκεντρικά και χρεοκοπίας. Δηλαδή, εμφανίζει σταδιακά και το απραγματοποίητο, κατά τη γνωστή θέση του Β. Ι. Λένιν.  

Στο πλαίσιο αυτό μια θέση ως προς την οικονομική κρίση που περιορίζεται στην έκφραση «Ε! Κάποτε θα έρθει και η ανάκαμψη αλλά θα είναι αναιμική», μια θέση που εμφανίζει ως διέξοδο «τη μονομερή διαγραφή του χρέους, την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με εργατική λαϊκή εξουσία και την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων» δεν συνιστά συγκεκριμένη και κατανοητή κατεύθυνση εξόδου για τις εργαζόμενες μάζες.

Αντίθετα, μέσα από τη γενικολογία αυτών των θέσεων, αφήνεται ανοιχτό το πεδίο δράσης των αστικών δυνάμεων, πολιτικών και κοινωνικών, «να φέρνουν το παιχνίδι στα μέτρα τους», να το κατευθύνουν όπως ακριβώς θέλουν, να περνάνε όλα τα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα, σε μια καθοριστική στιγμή, που το βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ανικανότητα και η αδυναμία των αστικών δυνάμεων να δώσουν διέξοδο στην κρίση, που δημιούργησαν οι ίδιες, που η στρατηγική τους σύλληψη καταρρέει στα μάτια των εργαζομένων και που δεν διαθέτουν ούτε στο επίπεδο των υποσχέσεων ένα επιχείρημα για να δικαιολογήσουν την ηγετική τους θέση ούτε ως τάξη ούτε ως πολιτικές δυνάμεις.
***
Από την άποψη αυτή είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρξει μια συγκεκριμένη προγραμματική πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας, από τη συνεχόμενη καταστροφή που την απειλεί και που οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις αυτή τη στιγμή δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν, παίρνοντας υπόψη το σύνολο των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων και υπακούοντας στη βασική λενινιστική αρχή της «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης».

Κάθε αφαίρεση από αυτήν τη λενινιστική αρχή καταλήγει στο δεξιό ή «αριστερό» οπορτουνισμό, σε μια ακατάσχετη αοριστολογία, σε καθήλωση του εργατικού κινήματος, στην καλλιέργεια και στην ένταση αισθημάτων ηττοπάθειας και μοιρολατρίας στους εργαζόμενους, στην αδρανοποίηση, στην αποδιοργάνωση, στην αποδυνάμωση και τελικά στην συνολική υπονόμευση του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας.

Ποια είναι αυτά τα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα:

¨      Ο καπιταλισμός περνάει την πιο βαθιά γενική οικονομική κρίση στην ιστορική του εξέλιξη. Μια κρίση υπερπαραγωγής που αναδεικνύει το μέγεθος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και αντανακλά, κατ’ επέκταση, και το μέγεθος της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Μια κρίση που καθιστά απολύτως επίκαιρη και αναγκαία τη σοσιαλιστική διέξοδο.
¨      Την ίδια στιγμή, όμως, οι δραματικές αντεπαναστατικές αλλαγές που σημειώθηκαν στο λυκόφως του προηγούμενου αιώνα έχουν φέρει σε κρίση το κομμουνιστικό κίνημα, έχουν επιδράσει στη συνείδηση των εργαζομένων και στο εργατικό κίνημα, οι συνέπειες εξακολουθούν να είναι παρούσες και να έχουν ένα σοβαρό πρακτικό αποτέλεσμα: Η ένταση των αγώνων του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος να μην αντιστοιχεί στο μέγεθος των αναγκών και στην ένταση της κρίσης.
¨      Η παγκόσμια γενική οικονομική κρίση έδωσε αποφασιστικό χτύπημα σε όλες τις Σχολές σκέψης του καπιταλισμού, κυρίαρχα στο Νεοφιλελευθερισμό, που υποσχόταν καπιταλιστική ανάπτυξη χωρίς κρίσεις και που πρακτικά τον είχαν ενσωματώσει όλες οι πολιτικές δυνάμεις είτε φιλελεύθερες είτε σοσιαλδημοκρατικές. Ανέδειξε τα αδιέξοδά τους αλλά κυρίως ανέδειξε την ακατάβλητη ζωτικότητα του Μαρξισμού - Λενινισμού, στέλνοντας όλους τους τσαρλατάνους διανοούμενους της αστικής τάξης, που διαλαλούσαν το τέλος της ιστορίας, το τέλος του σοσιαλισμού, στο νεκροταφείο της ιστορικής ανυποληψίας.
¨      Η ανθρωπότητα περνάει μια μεταβατική περίοδο, στο πλαίσιο της μεταβατικής εποχής προς το σοσιαλισμό, που οι αντικειμενικές συνθήκες για το πέρασμα στο σοσιαλισμό έχουν ωριμάσει πολύ περισσότερο από ποτέ και οι υποκειμενικές συνθήκες καθυστερούν εξ αιτίας, βασικά, των  αντεπαναστατικών αλλαγών και της κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος.   
¨      Καμία διέξοδος από τη γενική οικονομική κρίση δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος των εργαζομένων εάν δεν κατευθύνεται ΜΕ ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ προς το σοσιαλισμό. Εάν δεν εκλογικεύεται και δεν συγκεκριμενοποιείται σε κάθε χώρα τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και στο επίπεδο της πολιτικής, της διακυβέρνησης και της εξουσίας. Η διέξοδος αυτή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό δεν μπορεί να υλοποιηθεί εάν δεν έχουμε παράλληλα την αλλαγή τάξεων στην πολιτική εξουσία.
¨      Το βασικό καθήκον του Κόμματος, στην περίπτωση της χώρας μας, είναι να μετατρέψει τη γενική οικονομική κρίση σε πολιτική και επαναστατική κρίση, έχοντας πάντα υπόψη ότι κάθε επαναστατική κρίση δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε επανάσταση αλλά, στην περίπτωση που δεν οδηγήσει,  μπορεί να κερδίσει συγκεκριμένα αποκρυσταλλώματα προς όφελος των εκμεταλλευόμενων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων.
¨      Σε κάθε παγκόσμια γενική οικονομική κρίση οξύνονται στο έπακρο οι αντιθέσεις μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των μονοπωλιακών ενώσεων για την ανακατανομή των αγορών και την παγκόσμια κυριαρχία. Το γεγονός αυτό, στη συγκεκριμένη γενική οικονομική κρίση, έχει φέρει τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να βρίσκονται η μία απέναντι στην άλλη «με τη σκανδάλη στο χέρι» - τουλάχιστον στο επίπεδο της οικονομίας, παρά τις συνεχείς και αλλεπάλληλες εξαγγελίες τους περί συνεργασίας για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης.
¨      Σοβαρό και εμφανές σημάδι για το επίπεδο της όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι ο εν εξελίξει νομισματικός πόλεμος, κυρίαρχα μεταξύ δολαρίου και ευρώ, που ιστορικά αποδεικνύει ότι είναι το τελευταίο σκαλοπάτι στην όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών, πριν την ανοιχτή σύρραξη για την επίλυση αυτών των αντιθέσεων με μη ειρηνικά μέσα.
¨      Παρ’ όλα αυτά πρέπει να σημειώσουμε, ανοίγοντας αυτό το θέμα, ότι το ξέσπασμα μιας γενικευμένης σύρραξης συναντάει προφανείς δυσκολίες για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (δυσκολίες οι οποίες λειτουργούν αρνητικά και για το ξεπέρασμα της γενικής οικονομικής κρίσης) εκ των οποίων οι πιο σημαντικές είναι πέντε, χωρίς να εξαντλούνται μόνο σ’ αυτές: Η πρώτη αφορά τον ίδιο το χαρακτήρα του πολέμου από την άποψη της χρήσης των πολεμικών μέσων και δυνατοτήτων. Ένας γενικευμένος πόλεμος θα έχει ανυπολόγιστες καταστροφές, πολύ περισσότερο με πυρηνικά μέσα, που, σε τελική ανάλυση, δεν θα βοηθάει ούτε και τον ίδιο τον καπιταλισμό στην ανάκαμψή του. Η δεύτερη αφορά στην πείρα που έχει αποκομίσει ο ιμπεριαλισμός από τους προηγούμενους παγκόσμιους πολέμους, που πάντα έχανε και ένα τμήμα του χώρου της δράσης του, γεγονός που τώρα το γνωρίζει πάρα πού καλά και το υπολογίζει περισσότερο απ’ ότι στον 1ο και 2ο Παγκόσμιο πόλεμο. Η τρίτη αφορά στην ύπαρξη μεγάλων κρατών από τις λεγόμενες αναδυόμενες οικονομίες, που έχουν αλλάξει τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και που αποτελούν πραγματικό εμπόδιο για τον ιμπεριαλισμό όχι μόνο οικονομικά, όχι μόνο πληθυσμιακά αλλά και γεωγραφικά και στρατιωτικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι προφανής η αποκρυστάλλωση των βασικών αξόνων και των μετώπων μιας γενικευμένης σύρραξης. Η τέταρτη είναι ότι η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη τείνει να μετατοπιστεί. Έχει ήδη αρχίσει να εμφανίζει μια διαφοροποιημένη θέση σε σχέση με τα ιστορικά διαμορφωμένα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που βαθμιαία τους αλλάζει και την οικονομικής τους ισχύ. Η πέμπτη είναι η ιστορική μνήμη των λαών, που είναι ακόμη ζωντανή, ειδικά από τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, το ρόλο που έπαιξε το Κομμουνιστικό Κίνημα και πάνω απ’ όλα η προσφορά της Σοβιετικής Ένωσης τόσο ως προς την έκβαση του πολέμου όσο και για τη μεταπολεμική ειρηνική συνύπαρξη. Οι λαοί μπροστά στο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης θα κινητοποιηθούν και πάλι. Δεν θα ανεχθούν μια νέα καταστροφή προς όφελος του καπιταλισμού. Η σοσιαλιστική διέξοδος θα επιταχυνθεί και θα είναι η μοναδική και η πιο άμεση διέξοδος.
¨      Γι αυτούς τους λόγους ο ιμπεριαλισμός εξαπολύει τοπικούς πολέμους, που συγκεκριμενοποιούν τους συσχετισμούς των δυνάμεων αλλάζοντας την κλίμακα της δράσης του και που μέσα απ’ αυτούς τους τοπικούς πολέμους προσπαθεί να εξασφαλίσει την κυριαρχία του και να πραγματοποιήσει την in situ ανακατανομή των αγορών με την ταυτόχρονη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. 
¨      Αλλά και οι τοπικοί πόλεμοι δεν είναι πια μια τόσο εύκολη υπόθεση για τον ιμπεριαλισμό. Η μακροχρόνια εμπλοκή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε τοπικούς πολέμους, όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ, δημιουργεί εσωτερικά μέτωπα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αναβιώνει μνήμες από προηγούμενους πολέμους - όπως ο πόλεμος στο Βιετνάμ, φαινόμενα τα οποία δεν είναι εύκολο να τα αντιπαρέλθουν οι ηγεσίες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πέρα απ’ αυτό το ξέσπασμα τοπικών πολέμων, μοιραία, φέρνει σε αντιπαράθεση τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και μεταξύ τους αλλά και με περιφερειακά κράτη, αφυπνίζοντας τους λαούς, που διεκδικούν την κατοχύρωση της εθνική τους ανεξαρτησίας και της οικονομικής τους ανάπτυξης, διεκδικούν δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, δεν ανέχονται την καταλήστευση των φυσικών τους πόρων και την εκμετάλλευση.
¨      Κάθε, επομένως, τοποθέτηση γύρω από τη δυνατότητα κήρυξης ενός τοπικού πολέμου ή και μιας γενικότερης σύρραξης πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και να παίρνει υπόψη της όλες τις παραμέτρους, με πρώτη τη στάση των ίδιων των λαών.
¨      Η γενική οικονομική κρίση έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του ’90 του προηγούμενου αιώνα με την εκδήλωση οικονομικών κρίσεων σε περιφερειακές καπιταλιστικές χώρες, που στην πραγματικότητα αυτές αποτελούσαν ένα είδος εξαγωγής της κρίσης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού, και πριν απ’ όλες των ΗΠΑ. Με την αλλαγή του αιώνα η οικονομική κρίση «χτυπάει» την καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος, τις ίδιες τις ΗΠΑ, και μεταδίδεται ταχύτατα σε όλα τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα Ευρωπαϊκή Ένωση  (Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία, Ισπανία κλπ) - Ιαπωνία, Ρωσία κλπ, ενώ επηρεάζει, σε διαφορετικό βαθμό, όλες τις χώρες του κόσμου ακόμη και την Κίνα.
¨      Με το ξέσπασμα της γενικής οικονομικής κρίσης η προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών χωρών είναι να την φορτώσουν η μία στην άλλη και όλες μαζί στις μικρότερες χώρες, γεγονός που οδηγεί στην ένταση της εξάρτησης των μικρότερων χωρών, στην απαράδεχτη καταλήστευση των φυσικών τους πόρων και στην εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων δια μέσου των γενικευμένων ιδιωτικοποιήσεων. Ταυτόχρονα παίρνουν μέτρα στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων, του χρόνου εργασίας και της αφαίρεσης των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών ελευθεριών.
¨      Η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν έχει ξεπεραστεί ακόμη και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αυτή τη στιγμή το που θα καταλήξει και πως θα καταλήξει. Αστοί οικονομικοί σχολιαστές μιλάνε και εκφράζουν τους φόβους τους «για το δεύτερο κύμα» της κρίσης. Οι ανακάμψεις που παρουσιάστηκαν σε ορισμένες χώρες οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στις γενναίες κρατικομονοπωλιακές παρεμβάσεις, είναι πολύ βραχείας διάρκειας και έντασης αλλά σε καμιά περίπτωση δεν οδηγούν στο ξεπέρασμα της ύφεσης και στο αποφασιστικό πέρασμα στην άνθηση. Τα υφεσιακά φαινόμενα που παρατηρούνται στις λεγόμενες αναδυόμενες οικονομίες και  μια πιθανή επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης της Κίνας προσθέτουν δυσκολίες στο ξεπέρασμα της κρίσης.
¨      Ιδιαίτερης και μεγάλης σημασίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γενικής οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού είναι: • Η εμφάνιση και η δράση των γιγαντιαίων διαστάσεων του πλασματικού κεφαλαίου και η ανεξέλεγκτη δράση του - που ανά πάσα στιγμή απειλεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με «πιστωτικά γεγονότα» και κατάρρευση. • Το μέγεθος του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, που στην κυριολεξία φέρνουν σε θέση χρεοκοπίας τα έθνη - κράτη σε συνθήκες μιας παγκόσμιας απελευθερωμένης αγοράς. • Ο χαμηλός βαθμός επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, που βρίσκεται ακόμη και σήμερα σε επίπεδα πολύ πριν το ξέσπασμα της κρίσης.
¨      Η γενική οικονομική κρίση έπληξε και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο και εκφράστηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και  σε κάθε χώρα - μέλος ξεχωριστά. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη χώρα μας, μια και αναφερθήκαμε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου στα βασικότερα ζητήματα ως προς την κρίση που αντιμετωπίζει, είναι ότι αυτή ήταν ο βασικότερος παράγοντας της οικονομικής κρίσης της χώρας μας, της έντασης της πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης.
¨      Η συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση συρρίκνωσε την παραγωγική της βάση, δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην αναπτυξιακή της πορεία ακόμη και για τομείς που διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα. Η χρηματοπιστωτική επέκταση δεν αφορούσε την υλική παραγωγή και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να στηρίξει την ανάπτυξη και η καταφυγή στον δανεισμό ήταν αναπόφευκτο να τη φέρει μπροστά στη χρεοκοπία.
¨      Με την έννοια αυτή η γενική οικονομική κρίση της χώρας μας δεν είναι το αποτέλεσμα της παγκόσμιας γενικής οικονομικής κρίσης, όπως προσπάθησαν να το παρουσιάσουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και η άρχουσα τάξη και όπως στρεβλά κατανοήθηκε ακόμη και από το ίδιο το Κόμμα μας, που σαφώς παρασύρθηκε από τους πλασματικούς δείκτες καπιταλιστικής ανάπτυξης, που παρουσίαζαν την Ελλάδα με τον υψηλότερο δείκτη ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
¨      Είναι μια πρόδρομος γενική οικονομική κρίση, που επηρεάστηκε οπωσδήποτε προς το χειρότερο από την παγκόσμια γενική οικονομική κρίση και την όξυνε θεαματικά, από την οποία, όμως,  προηγείται κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι δύο βασικοί δείκτες της οικονομίας της χώρας μας, που αφορούν την πρωτογενή και δευτερογενή οικονομία, ήταν σταθερά πτωτικοί - και μάλιστα από μακρού, πολύ πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008.
¨      Η χρηματοπιστωτική επέκταση και ο άκρατος δανεισμός χρησίμευσαν σαν την κουρτίνα που έκρυβαν για μεγάλο χρονικό διάστημα το πραγματικό οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας. Το τράβηγμα της κουρτίνας, δηλαδή, η έλλειψη της χρηματοπιστωτικής επέκτασης - που γκρέμισε και το χρηματιστήριο, και η ύπαρξη του δημόσιου χρέους πια, εξ αιτίας του δανεισμού, αποκαλύπτουν τώρα το βάθος της κρίσης και την έλλειψη της πραγματικής ανάπτυξης.  
¨      Το γεγονός αυτό προσδιορίζει και τη διαφορά στο χαρακτήρα της κρίσης ανάμεσα στην παγκόσμια γενική οικονομική κρίση και την ελληνική γενική οικονομική κρίση. Από τη μια, έχουμε μια κλασσική κρίση υπερπαραγωγής, που αντανακλά τη μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου. Από την άλλη έχουμε μια γενική οικονομική κρίση που εκδηλώνεται με τη συρρίκνωση των παραγωγικών δυνάμεων, ως αποτέλεσμα της οργανικής ένταξης και της εντατικότερης ενσωμάτωσης της Ελλάδας σε έναν απροκάλυπτα ανισότιμο καταμερισμό εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που τροφοδοτεί τη σταθερή και διαχρονική απαξίωση της παραγωγικής της βάσης, την απόκλιση, την αποεπένδυση, την αύξηση των εισαγωγών και τη μείωση των εξαγωγών, την απώλεια της ανταγωνιστικότητας, που τη φέρνει σε φανερή ανάσχεση και αντιστροφή της αναπτυξιακή της πορείας, γεγονός που εμφανίζεται και στους σχετικούς οικονομικούς δείκτες και που κατέληξε ακόμη και σε διατροφική εξάρτηση της Ελλάδας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η εμβάθυνση της πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης που έφερε τη χώρα μπροστά στη χρεοκοπία και την καταστροφή. Η συνέχεια της καταστροφής θα είναι οι δανειστές να στήσουν χορούς με τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας και να την μετατρέψουν σε ένα σύγχρονο προτεκτοράτο.
¨      Ο ισχυρισμός ότι δεν θα έχουμε καύσιμα, δεν θα έχουμε τρόφιμα, δεν θα έχουμε χρήματα για μισθούς και συντάξεις δεν αποκαλύπτει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το μέγεθος και την ευθύνη μιας ιστορικών διαστάσεων αποτυχίας της αστικής τάξης και των κομμάτων της.
¨      Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας πρέπει να αισθάνεται δικαιωμένο από την αντίθεσή του στις στρατηγικές επιλογές της άρχουσας τάξης και στην εφαρμογή των αντίστοιχων πολιτικών, που έφεραν σε σημεία έσχατης κατάντιας τη χώρα μας, πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ότι δεν μπόρεσε να αντιπαραθέσει μια συγκεκριμένη πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, που θα συσπείρωνε την εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα. Ο αδιαμφισβήτητος λόγος γι αυτό το γεγονός είναι η σαφής και συνειδητή απομάκρυνση και τελικά η άρνηση εκ μέρους της ηγεσίας του Προγράμματος του Κόμματος, που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο, οι κατοπινές ιδεολογικές και πολιτικές επεξεργασίες που το απομάκρυναν φανερά από την ιδεολογία του Μαρξισμού - Λενινισμού.
¨      Η περίοδος 2008 - μέχρι σήμερα, περίοδος της παγκόσμιας γενικής οικονομικής κρίσης και συνέχεια και της γενικής οικονομικής κρίσης της χώρας μας, αποδεικνύει ότι η άρχουσα τάξη και οι πολιτικοί τους εκφραστές όχι μόνο δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν την οικονομική κρίση αλλά τη συντηρούν. Η στάση τους απέναντι στην επιμονή τους για τη στρατηγική που ακολουθούν και που φορτώνει τα βάρη της κρίσης πάνω στις πλάτες των εργαζομένων και των μικροαστικών στρωμάτων τους αφαιρεί το ιστορικό και κοινωνικό «δικαίωμα» να ηγούνται της ελληνικής κοινωνίας.
¨      Η εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, η διανόηση και η νεολαία βρίσκονται μπροστά στο ιστορικό καθήκον να αποτρέψουν την καταστροφή της χώρας και την εξαθλίωση του ελληνικού λαού. Βρίσκονται μπροστά στο ιστορικό καθήκον να ηγηθούν να αναλάβουν την ανασυγκρότηση, να σχεδιάσουν να δρομολογήσουν και να πραγματοποιήσουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας,  προς όφελος των εργαζομένων και των μικροαστικών στρωμάτων, να εξασφαλίσουν την εθνική κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία της, να κατοχυρώσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα του ελληνικού λαού. 
¨      Το ΚΚΕ, μπροστά και στο 19ο Συνέδριό του, πρέπει να αναλάβει την ιστορική πρωτοβουλία να καταθέσει άμεση και συγκεκριμένη προγραμματική πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, να πάρει όλες εκείνες τις πολιτικές πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στη δημιουργία του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικήσει τη διακυβέρνηση και την πολιτική εξουσία.    
¨      Η προγραμματική πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία θα είναι η βάση πάνω στην οποία θα αναπτυχθούν οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, οι αγώνες του εργατικού κινήματος, ευρύτερα του λαϊκού κινήματος, η ανασυγκρότηση και αναζωογόνησή τους, η βάση που θα «δέσει» η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της διανόησης και της νεολαίας.   
***
Στο πλαίσιο των παραπάνω εκτιμήσεων η αναγκαία βάση της προγραμματικής πρότασης διεξόδου δεν μπορεί να είναι άλλη, παρά αυτή, η οποία περιγράφεται στο Πρόγραμμα του Κόμματος, που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο το 1996, που η ίδια η ζωή τη δικαίωσε με τις προβλέψεις της και τις πρόνοιες που διέθετε. Είναι ήδη μια επεξεργασμένη προγραμματική πρόταση, που με τις αναγκαίες προσαρμογές, για να εκφράσει τη σύγχρονη πραγματικότητα, μπορεί να αποσπάσει τη συγκατάθεση των εργαζομένων και των μικροαστικών στρωμάτων, που με πρωτοφανή ταχύτητα καταστρέφονται, να συσπειρώσει τον εργαζόμενο ελληνικό λαό, τους άνεργους, τη διανόηση, τη νεολαία, τους μετανάστες, που ζουν μόνιμα στη χώρα μας.

Η προγραμματική πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία έχει επείγοντα χαρακτήρα. Συνδυάζει  τα άμεσα καθήκοντα ενός επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος σε μια ενιαία επαναστατική διαδικασία με το στρατηγικό του στόχο. Το σοσιαλισμό.

Δεν θέτει ως προϋπόθεση μια συμφωνία πάνω στα ζητήματα του σοσιαλισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει ότι οι υλικές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας  είναι ώριμες για να περάσει αυτή στο σοσιαλιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό. Και δεν θέτει αυτήν την προϋπόθεση «…γιατί η κοινωνική επανάσταση που ανατρέπει την κυριαρχία της αστικής τάξης, είναι πια επανάσταση του προλεταριάτου, η οποία πραγματοποιεί τον τελικό μας σκοπό» (Β. Ι. Λένιν 1906, Το αγροτικό πρόγραμμα της Ρώσικης Σοσιαλδημοκρατίας, Άπαντα τ. 6 σελ. 317) και γιατί κρίνει ότι η εργατική τάξη, ως υποκείμενο πλέον, δεν είναι προετοιμασμένη, πολύ περισσότερο έτοιμη, για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Όμως…

Αναγνωρίζει και στηρίζεται, ταυτόχρονα, στη θέση ότι η διέξοδος από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας μας δεν μπορεί παρά να κατευθύνεται προς το σοσιαλισμό, δηλαδή, αναγνωρίζει ότι η τελική διέξοδος από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία είναι ο σοσιαλισμός.

Με την έννοια αυτή όχι μόνο δεν αποκλείει τη σοσιαλιστική επανάσταση αλλά την προετοιμάζει και τη φέρνει πιο κοντά στην πραγματοποίησή της. Γιατί επιδιώκει την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από κοινωνικές δυνάμεις, που έχουν κάθε συμφέρον από την απομάκρυνση της αστικής τάξης από την εξουσίας της, που θα φέρει και την τελική της ανατροπή και την οριστική της απομάκρυνση από το ιστορικό πολιτικό και οικονομικό προσκήνιο.  

Στο κοινωνικό επίπεδο η προγραμματική πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία απευθύνεται και βασίζεται κυρίαρχα σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις και στρώματα που έχουν ζωτικό συμφέρον για μια Αντιιμπεριαλιστική, Αντιμονοπωλιακή, Δημοκρατική πορεία της Ελλάδας, από την απομάκρυνση της αστικής τάξης από την εξουσία: Στην εργατική τάξη, σε όλα τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου – τους μικρούς και μεσαίους αγρότες και τους επαγγελματοβιοτέχνες, στη νεολαία, στη διανόηση, στους μετανάστες.

Πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις από κοινού, και μέσα από την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων, θα συναντηθούν και θα προωθήσουν την άμεση συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου και που  θα αναλάβει να βγάλει τη χώρα από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία προς όφελος των κοινωνικών αναγκών των εργαζομένων και των μικροαστικών στρωμάτων.

Γι αυτόν το σκοπό το Μέτωπο θα επιδιώξει να καταλάβει την πολιτική εξουσία και να συγκροτήσει μια ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ,  που στηριγμένη στη λαϊκή δύναμη και συγκατάθεση, θα έχει ως αποκλειστικό στόχο της την υλοποίηση αυτής της προγραμματικής πρότασης διεξόδου, έτσι όπως θα εμπλουτιστεί και με τις προτάσεις όλων των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα συμμετέχουν στο Μέτωπο.

Οι καιροί δεν περιμένουν. Οι κατευθύνσεις, οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος - και ιδιαίτερα του Προγράμματος του Κόμματος,  ήταν  απόλυτα σαφείς και προφητικές για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Η άρχουσα τάξη ήταν αδύνατο να τις ακολουθήσει. Ακολούθησε το δικό της δρόμο που σκιαγραφεί και αποτυπώνει μιαν ολόκληρη πορεία της ελληνικής οικονομίας και αντίστοιχα της ελληνικής κοινωνίας, που θα οδηγούσε στην παραγωγική συρρίκνωση και  υποβάθμιση της χώρας και σε αναπτυξιακά αδιέξοδα. Που θα οδηγούσε, παράλληλα, σε πολιτική κρίση, στην απαξίωση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος και σε πολιτικές ανακατατάξεις.

Είμαστε ακριβώς σ’ αυτήν τη στιγμή. Δηλαδή, είμαστε στη στιγμή που χρειάζεται να παρθούν πολιτικές πρωτοβουλίες πριν η άρχουσα τάξη διαμορφώσει το νέο της πολιτικό σύστημα, πριν το Κόμμα μας έρθει σε πιο δύσκολη θέση απ’ ότι είναι, που οδηγήθηκε σ’ αυτήν, γιατί επέλεξε μια τακτική φυγής προς τα μπροστά, ταυτίζοντας την τακτική με τη στρατηγική, αοριστολογώντας περί της κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, μη τολμώντας να κατονομάσει το σοσιαλισμό που υπονοούσε, αποπροσανατολίζοντας τις λαϊκές μάζες, τις οποίες τις ενοχοποίησε και από πάνω για «τις αυταπάτες της».

Το τελικό αποτέλεσμα, από μια τέτοια τακτική, που υποτίθεται ότι φέρνει τη στρατηγική στο προσκήνιο, ήταν η ίδια η υπονόμευση του Κόμματος, της θέσης του και του κύρους του μέσα στην ελληνική κοινωνία, η υπονόμευση του εργατικού κινήματος και της αποτελεσματικότητάς του, η απομάκρυνση από τον ίδιο το στρατηγικό στόχο, το σοσιαλισμό.

Η προγραμματική πρόταση, απευθύνεται σε όλες εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις σοσιαλιστικού προσανατολισμού αλλά και σε όλες τις ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις, που ενδιαφέρονται για την έξοδο της χώρας σε προοδευτική κατεύθυνση από την οικονομική κρίση, την αντιμετώπιση της χρεοκοπίας και της οικονομικής καταστροφής, που έχει υποστεί και που θα υποστεί ακόμη περισσότερο στο άμεσο μέλλον.

Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή που ήδη η ελληνική κοινωνία αρχίζει να εμφανίζει την αντίθεσή της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, την ανοιχτή δυσπιστία της και αντίθεση απέναντι στην τρικομματική κυβέρνηση.

Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή που οι εργαζόμενοι και τα μικροαστικά στρώματα δεν διαθέτουν πια την ασύγγνωστη ευπιστία στην υποτιθέμενη πρόταση διεξόδου του ΣΥΡΙΖΑ με τις συνεχείς του μετατοπίσεις, την εγκατάλειψη των όποιων ριζοσπαστικών του θέσεων, των καιροσκοπικών προσαρμογών με την υιοθέτηση φιλοαμερικάνικων εκδοχών οικονομικής πολιτικής, που προσβάλλουν τον ελληνικό λαό, τους αγώνες του και την ιστορική του μνήμη, με τα νέα σχέδια Μάρσαλ.

Από αυτήν την άποψη η στάση του Κόμματος απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ καθορίζεται από ό,τι αντιπροσωπεύει και επηρεάζει κοινωνικά και με διαχωρισμό και αντίθεση σε σχέση με την πολιτική της ηγεσίας του. 

Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή, που το ΚΚΕ πρέπει να αναλάβει την ιστορική πρωτοβουλία για διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, από την παραγωγική καταστροφή της χώρας, που συνθλίβει το παρόν του ελληνικού λαού και ακυρώνει το μέλλον του. Η ηγεσία του Κόμματος οφείλει να ανταποκριθεί και να σταθεί στο ύψος των καθηκόντων και των ευθυνών απέναντι στη χώρα και στους εργαζόμενους. Απέναντι στο ίδιο το Κόμμα, την ύπαρξή του και το μέλλον του. Η Ιστορία δε συγχωρεί ποτέ και θα είναι αμείλιχτη στην κρίση της.
Περισσότερα... "