Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Η απάντηση της «Νέας Σποράς» στην ηγεσία του Κόμματος σχετικά με το Πρόγραμμα Γ’ Μέρος (τελευταίο)

9. Η ηγεσία του Κόμματος αποκαλύπτεται

Η ηγεσία του Κόμματος μας αποδίδει την αβάσιμη κατηγορία ότι «ακυρώνουμε το πρόγραμμα του Κόμματος και τη στρατηγική του». Για να έχει άμεσα υπόψη του ο αναγνώστης την κατηγορία που διατυπώνεται σε βάρος μας, την παραθέτουμε: «Η διαστρέβλωση που γίνεται και στο ίδιο το 15ο Συνέδριο και στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ από τη συγκεκριμένη αρθρογραφία, προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι το ΚΚΕ έπρεπε προεκλογικά να διεκδικήσει και να αντιπαραθέσει μιά κυβέρνηση του ΑΑΔ Μετώπου ως φιλολαϊκή διέξοδο και όχι την εργατική λαϊκή εξουσία, είναι υπονόμευση του Προγράμματος του Κόμματος. Και η θέση τους για διεκδίκηση από το ΚΚΕ «κυβέρνησης του ΑΑΔ Μετώπου», και κάλεσμα της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων να συσπειρωθούν σ' αυτήν ως φιλολαϊκή διέξοδο ακυρώνει τη στρατηγική του ΚΚΕ».

Ουσιαστικά, από την απάντηση της ηγεσίας του Κόμματος στη «Νέα Σπορά», διαπιστώνεται ότι η πρόταση για κυβέρνηση του ΑΑΔΜ υπονομεύει το πρόγραμμα του Κόμματος και κατ’ επέκταση την εργατική λαϊκή εξουσία. Για μας αυτή και μόνο η τοποθέτηση, που αντιπαραθέτει την κυβέρνηση του ΑΑΔΜ στην εργατική λαϊκή εξουσία, αποτελεί ένα πολύ ισχυρό τεκμήριο, που μας παρέχει το επιχείρημα για να υποστηρίξουμε την άποψη ότι η ηγεσία του Κόμματος με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο ακυρώνει το πρόγραμμα του Κόμματος και τη στρατηγική του.

Το παραπάνω απόσπασμα δίνει απάντηση στη θέση που περιέχεται στην πρώτη Δήλωση που καταθέσαμε δημόσια, που θα μας επιτραπεί, και με τον κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί, να τη θυμίσουμε για άλλη μια φορά (και για να έχει πλήρη εικόνα ο αναγνώστης της αντιστοιχίας των θέσεων): «Σε μια εποχή που οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου δικαιώθηκαν περίτρανα, η ηγεσία του κόμματος εγκατέλειψε την προσπάθεια να εφαρμόσει τη βασική του πρόταση, στο πνεύμα της σύγχρονης περιόδου που διανύουμε, προωθώντας τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη δημιουργία αντίστοιχης κυβέρνησης, που θα έκφραζε και θα στηριζόταν στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, στη νεολαία και τη διανόηση της χώρας μας, που θα συνένωνε αρμονικά την πάλη των εργαζομένων για τα άμεσα προβλήματά τους με την προοπτική του σοσιαλισμού».

Είναι φανερό ότι από τη θέση που παίρνει η ηγεσία του Κόμματος, μπροστά στις εκλογές και όχι μόνο, έσβησε από το χάρτη της την πρόταση του 15ου Συνεδρίου και πρότεινε εργατική λαϊκή εξουσία και, κατά προέκταση, τη μόνη κυβέρνηση που αντιστοιχεί σ’ αυτήν, τη σοσιαλιστική κυβέρνηση. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η άρνησή της στη δυνατότητα του ΑΑΔΜ να έχει τη δικιά του κυβέρνηση, έτσι όπως προβλέπει και το πρόγραμμα του Κόμματος.

Το ζήτημα αυτό μπορούμε να το δούμε και από μια άλλη αποκαλυπτική σκοπιά: Η ηγεσία του Κόμματος αρνείται το χαρακτήρα του ΑΑΔΜ, έτσι όπως τον καθορίζει το 15ο Συνέδριο, αφού αρνείται στο ΑΑΔΜ τη δυνατότητα - υποχρέωση να συγκροτήσει κυβέρνηση και αφού κανένα Μέτωπο δεν συγκροτείται για να μείνει στην Ιστορία απλώς ως Μέτωπο και χωρίς να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία και τη συγκρότηση κυβέρνησης. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο αντιπαραθέτει την κυβέρνηση του ΑΑΔΜ στην εργατική λαϊκή εξουσία και ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση του ΑΑΔΜ υπονομεύει τη στρατηγική του Κόμματος, η οποία εξασφαλίζεται και υλοποιείται από τη δικιά της πρόταση για την εργατική λαϊκή εξουσία.

Η ηγεσία του Κόμματος, δηλαδή, αν πάρουμε υπόψη συνολικά την απάντηση που έδωσε στη «Νέα Σπορά», δεν αρνείται την αναγκαιότητα συγκρότησης του Μετώπου γενικά, αλλά αρνείται τη συγκρότηση του συγκεκριμένου Μετώπου, του ΑΑΔΜ, ειδικά, αφού θεωρεί ότι υπονομεύει τη στρατηγική του. Και μάλιστα το αρνείται σε ώρα μάχης, μπροστά στις πιο κρίσιμες εκλογές για το κόμμα, που θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο ως προς την αποδοχή εκ μέρους των εργαζομένων της πρότασης που κατέθεσε.

10. Τι προβλέπει το Πρόγραμμα του Κόμματος

Τι προβλέπει το πρόγραμμα του Κόμματος; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να διευκρινιστεί πλήρως η βάση της άρνησης του προγράμματος του Κόμματος από την πλευρά της ηγεσίας. Στο κεφάλαιο «Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ» με υπότιτλο «Το αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό μέτωπο πάλης και το πέρασμα στο σοσιαλισμό» κατατίθενται οι παρακάτω εκτιμήσεις - θέσεις:

10.1 Ως προς τον χαρακτήρα της εποχής κατατίθεται η εκτίμηση - θέση ότι: «Στην εποχή μας, εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η πάλη των τάξεων κατευθύνεται στη λύση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας. Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική» (Ντοκουμέντα, 15ο Συνέδριο, σελ 113).

Αυτό που έχει σημασία στην παραπάνω παράγραφο είναι να κρατήσουμε ότι «η πάλη των τάξεων κατευθύνεται στη λύση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας». Επομένως το πρόγραμμα του κόμματος μας μιλάει για μια πορεία που θα κατευθύνεται προς την επίλυση της βασικής αντίθεσης, προς το σοσιαλισμό. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, γιατί, αν και οι αντικειμενικές συνθήκες, οι υλικοί όροι είναι ώριμοι για το πέρασμα και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, οι υποκειμενικές συνθήκες δεν έχουν ωριμάσει ακόμη, γεγονός που επιβάλλει συγκεκριμένα καθήκοντα από την άποψη της τακτικής που θα βοηθήσουν στην ωρίμανσή τους.

10.2 Το πρόγραμμα του κόμματος ορίζει με σαφήνεια και τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης: «Κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης θα είναι η εργατική τάξη ως ηγετική δύναμη, οι μισοπρολετάριοι, η φτωχή αγροτιά και τα πιο καταπιεσμένα λαϊκά μικροαστικά στρώματα της πόλης. Η νεολαία θα παίξει δραστήριο ρόλο στον αγώνα για το σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του. Το ΚΚΕ επιδιώκει να πείσει και άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους δεν υπηρετούνται με τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Ότι πρέπει να σταθούν στο πλευρό των δυνάμεων που παλεύουν για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» (Στο ίδιο, σελ. 113 - 114).

10.3 Στη συνέχεια, όμως, το πρόγραμμα του Κόμματος ορίζει και τις κοινωνικές δυνάμεις που συγκροτούν το ΑΑΔΜ: «Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης εκφράζει αντικειμενικά μια ευρύτερη κοινωνική βάση, τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, που δέχεται τις συνέπειες από τη δράση των πολυεθνικών και από τη συμμετοχή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς: Τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, των κοινωνικών κινημάτων που αγωνίζονται για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την απόκρουση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων σε βάρος των λαών και της ειρήνης. Συσπειρώνει τους εργαζομένους στον τομέα του πολιτισμού και της επιστήμης, που αντιστέκονται στην υποκουλτούρα, στην εμπορευματοποίηση και στη χειραγώγηση» (Στο ίδιο, σελ. 115)

Με δυο λόγια. Οι κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης και οι κοινωνικές δυνάμεις του ΑΑΔΜ είναι, σχεδόν, οι ίδιες και αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Από εδώ πηγάζει το συμπέρασμα ότι το ΑΑΔΜ είναι το μέσο συγκέντρωσης και ωρίμανσης των δυνάμεων εκείνων που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση, για την ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το Μέτωπο, όμως, δεν μπορεί να μείνει μόνο ως τέτοιο αλλιώς δεν θα επιτελέσει το ρόλο του. Πρέπει να πάρει και την εξουσία και να δημιουργήσει κυβέρνηση.

10.4 Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ο καταλυτικός ρόλος του ΚΚΕ, που το πρόγραμμα τον προβλέπει σαφώς:   «Αναδείχνεται πιο επιτακτικά η ανάγκη το ΚΚΕ με την πολιτική του να συμβάλει στη διαμόρφωση και ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα για τη σοσιαλιστική επανάσταση» (Στο ίδιο, σελ. 114).

10.5 Και ποια είναι αυτή η πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει το ΚΚΕ ώστε να βοηθήσει στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα; Είναι:  «Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατική γραμμή πάλης (που - ΣΣ) συμβάλλει στη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, στην αντίσταση, και υπεράσπιση των συμφερόντων του από την επιθετικότητα του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι ο δρόμος που βοηθά να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων, να γίνει η προσέγγιση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ο αγώνας αυτός συνδέεται περισσότερο και εντάσσεται οργανικά στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού. Περικλείει από τη φύση του ρήξεις που υπονομεύουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δημιουργεί προϋποθέσεις για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της» (Στο ίδιο, σελ. 114 - 115).

10.6 Μ’ αυτήν την πολιτική κατεύθυνση και αναπτύσσοντας την πάλη για τα οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων και γενικότερα του ελληνικού λαού αρχίζει και η διαδικασία συγκρότησης του ΑΑΔΜ: «Η διαδικασία συγκρότησης του Μετώπου πραγματοποιείται στο έδαφος του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα που απασχολούν το λαό και τη χώρα, της πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης με την ολιγαρχία του τόπου, τους πολύμορφους μηχανισμούς του κράτους της, με τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντά της ή συναινούν στην εξυπηρέτησή τους. Η δύναμη του Μετώπου βρίσκεται στον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης και του κόμματός της, στην ενότητα δράσης της, στη συμμαχία της με τα κοινωνικά στρώματα που παλεύουν σε αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση» (Στο ίδιο, σελ. 115 - 116).

10.7 Το πρόγραμμα του Κόμματος, όμως, ξεκαθαρίζει και το πώς θα συγκροτηθεί το ΑΑΔΜ. Και το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, γιατί διευκρινίζεται και η εξ αρχής βάση πάνω στην οποία θα συγκροτηθεί το Μέτωπο, ο ρόλος του ΚΚΕ αλλά και οι στόχοι του: «Το Μέτωπο στην αρχική του φάση ξεκινά σαν συσπείρωση κυρίως κοινωνικών δυνάμεων γύρω από αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα και στόχους, από επιμέρους μέτωπα πάλης που κινητοποιούν διάφορα τμήματα των εργαζομένων προς ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα. Όσο περισσότερο αναπτύσσεται η ταξική πάλη, η οργάνωση και η πολιτική πείρα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, όσο ενισχύεται η δύναμη του ΚΚΕ, τόσο θα αυξάνονται οι δυνατότητες το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο να προκαλεί αντίστοιχες αλλαγές στον πολιτικό συσχετισμό» (Στο ίδιο, σελ. 116).

10.8 Ειδικότερα, όμως, για το ΚΚΕ και τον πολιτικό του ρόλο το πρόγραμμα ξεκαθαρίζει και τη σχέση του Κόμματος με τα άλλα κόμματα, πάντα σε συνάρτηση με τη δημιουργία και την ανάπτυξη του ΑΑΔΜ: «Το ΚΚΕ επιδιώκει τη συνεργασία με πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται την αναγκαιότητα σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό και τα πολυεθνικά μονοπώλια, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, τη λαϊκή κυριαρχία και ανεξαρτησία της χώρας. Η συνεργασία μπορεί να εκφραστεί με τη μορφή συντονισμού, πολλαπλών συσπειρώσεων και κοινής δράσης για ορισμένα συγκεκριμένα προβλήματα, στα οποία διαπιστώνεται συμφωνία. Η εμπειρία της κοινής δράσης θα δείχνει κατά πόσο είναι δυνατή η διεύρυνσή της και η συνεργασία και σε άλλους αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς στόχους, κατά πόσο στη συνέχεια μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική συμφωνία» (Στο ίδιο, σελ. 116).

10.9 Παραπέρα, συμπληρωματικά, το πρόγραμμα ξεκαθαρίζει και δύο άλλες πτυχές των πολιτικών συνεργασιών του ΚΚΕ. Με ποιο στόχο γίνονται αυτές οι πολιτικές συνεργασίες και που στηρίζονται: «Οι πολιτικές συνεργασίες για να σταθούν και να στερεωθούν ώστε να δώσουν ώθηση και πολιτικό δυναμισμό στο αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης, πρέπει να στηρίζονται σε υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες και συσπειρώσεις, να αναπτύσσουν τη συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων. Να στηρίζονται στους αγώνες, να αναγνωρίζουν έμπρακτα τη δύναμη του λαϊκού κινήματος. Να αντιμετωπίζουν τα διασπαστικά και υπονομευτικά σχέδια της άρχουσας τάξης και των συμμάχων της». (Στο ίδιο σελ. 116).

Πρώτο γενικό συμπέρασμα

Το γενικό συμπέρασμα που μπορεί να εξάγει κανείς από τα παραπάνω είναι απόλυτα σαφές:
Το Μέτωπο, ως προς το χαρακτήρα του, είναι αντιιμπεριαλιστικό, γιατί στρέφεται ενάντια στον ιμπεριαλισμό, είναι αντιμονοπωλιακό, γιατί στρέφεται ενάντια στα μονοπώλια και την εξουσία τους, είναι δημοκρατικό, γιατί θα αγωνίζεται για αιτήματα δημοκρατίας που αρνείται η αστική τάξη να επιλύσει και γιατί η πάλη για τη δημοκρατία είναι συστατικό μέρος της πάλης για το σοσιαλισμό.

Το Μέτωπο είναι κοινωνικό, γιατί εκφράζει, συσπειρώνει και στηρίζεται στις πιο καταπιεσμένες τάξεις και κοινωνικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, πάνω απ’ όλα, όμως, συσπειρώνει και στηρίζεται στην εργατική τάξη, που είναι η πιο καταπιεσμένη και η πιο επαναστατική τάξη της εποχής.   

Παραπέρα, το Μέτωπο είναι εκτός από κοινωνικό και πολιτικό, γιατί εκφράζει, συσπειρώνει και στηρίζεται και σε πολιτικές δυνάμεις, που συμφωνούν στις προγραμματικές κατευθύνσεις και στους στόχους του ΑΑΔΜ, στη βάση των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί. Ενώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πολιτική συμφωνία μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που θα συμμετέχουν και θα στηρίζουν το ΑΑΔΜ δεν θα είναι υποχρεωτικό να αφορά, ταυτόχρονα, και το ζήτημα του σοσιαλισμού, γεγονός που έχει διευκρινιστεί πολλές φορές από την πλευρά του Κόμματος. 

11. Το ΑΑΔΜ και το ζήτημα της εξουσίας

Έχει σημασία να εντοπίσουμε, στο αντίστοιχο κεφάλαιο του προγράμματος που διαπραγματεύεται το ζήτημα του Μετώπου και της εξουσίας, ότι ξεκινάει με τη διασάφηση πως στο ΑΑΔΜ συμμετέχουν «…δυνάμεις ανομοιογενείς,  από άποψη κοινωνικής θέσης και ιδεολογικοπολιτικής στάσης», γεγονός που αντανακλά και «διαφορετικές τάσεις, σε ότι αφορά την προοπτική και το σκοπό της αντιιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης» (Στο ίδιο, σελ. 122).

Στα απλά ελληνικά τα παραπάνω σημαίνουν ότι δεν θα φτάσουν όλες οι δυνάμεις του ΑΑΔΜ στο σοσιαλισμό, γιατί η προοπτική της εργατικής τάξης και του ΚΚΕ είναι ο σοσιαλισμός. Ανεξάρτητα, όμως, από το εάν δεν θα φτάσουν όλες οι δυνάμεις του ΑΑΔΜ στο σοσιαλισμό, γεγονός που δεν είναι αναγκαίο να το προσδιορίσει κανείς εκ των προτέρων, η ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης εκ των πραγμάτων θα φέρει το ΑΑΔΜ μπροστά στο ζήτημα της εξουσίας ή, για να το εκφράσουμε όπως ακριβώς το τοποθετεί αυτό το θέμα το πρόγραμμα του Κόμματος, «η ανάπτυξη των κοινωνικοπολιτικών αναμετρήσεων, των ταξικών συγκρούσεων, θα φέρνει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας».

Το καθήκον του ΚΚΕ, κατά το πρόγραμμα, είναι: «Το KKE κατευθύνει τη δράση του, ώστε η αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή πάλη να αναπτύσσεται και να βαθαίνει η αντικαπιταλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το ΚΚΕ σταθερά προσπαθεί να πείθει ότι δεν αρκεί να φύγουν τα αστικά κόμματα και οι σύμμαχοί τους από το τιμόνι της διακυβέρνησης. Πρέπει να ανατραπεί το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του. Να δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή εξουσία, που δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική» (Στο ίδιο, σελ. 122).

Το παραπάνω απόσπασμα τι ακριβώς μας διευκρινίζει; Μας διευκρινίζει ότι η ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης (δηλαδή η πάλη του ΑΑΔΜ) θα μας φέρει μπροστά στο πρόβλημα της εξουσίας, αλλά, ταυτόχρονα, θα βαθαίνει και η κοινωνική και πολιτική συνείδηση των λαϊκών μαζών. Την πάλη αυτήν το ΚΚΕ θα την κατευθύνει «για να δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή εξουσία, που δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική». Και πως;

Στο πλαίσιο αυτής της πάλης και: «Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται, ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» (Στο ίδιο, σελ. 122 - 123).

Δεύτερο γενικό συμπέρασμα

Αυτό που διαπιστώνουμε, εν πρώτοις, είναι ότι το πρόγραμμα του Κόμματος κάνει λόγο για δημιουργία κυβέρνησης και δεν μιλάει για …ακυβερνησία και «ότι ο λαός δεν πρέπει να φοβάται την ακυβερνησία»!

Επομένως το Μέτωπο, μια και θα έρθει αντιμέτωπο με το πρόβλημα της εξουσίας, τη διεκδικεί και εφ’ όσον την κατακτήσει σχηματίζει κυβέρνηση.

Όπως γίνεται φανερό οι πολιτικές εξελίξεις που έχουν πραγματοποιηθεί εδώ και αρκετά χρόνια, πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα μετά από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008, δεν οδήγησαν ούτε στη δημιουργία του ΑΑΔΜ ούτε έφεραν το εργατικό κίνημα σε τέτοια θέση που να μπορεί να στηρίξει τα όσα προβλέπονται στο πρόγραμμα του Κόμματος, που με συγκεκριμένα αποσπάσματα εκθέσαμε. Κατά συνέπεια ούτε το ίδιο το Κόμμα ήταν σε θέση να υλοποιήσει τις αντίστοιχες επεξεργασίες του προγράμματος. Δεν μιλάμε για το εάν υπήρχαν οι δυνατότητες να βρεθούμε μπροστά σε μια διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που βρισκόμαστε τώρα. Μιλάμε για την πραγματικότητα που βρισκόμαστε, ανεξάρτητα από τις ευθύνες του Κόμματος.
Άρα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία είναι αδύνατη η δημιουργία σοσιαλιστικής κυβέρνησης.

Επομένως θα ήταν σαφώς απερίσκεπτο από την πλευρά της «Νέας Σποράς» να κατηγορήσει την ηγεσία του Κόμματος για κάτι το οποίο, πολύ φανερά, δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί. Και πράγματι δεν την κατηγορήσαμε γι αυτό για το οποίο μας δίνει απαντήσεις. Ούτε επαναστατική κατάσταση υπήρχε, ούτε το ΑΑΔΜ είχε δημιουργηθεί, ούτε το Κόμμα ήταν σε θέση να παίξει τον υψηλό καθοδηγητικό του ρόλο, ούτε το εργατικό και γενικότερο λαϊκό κίνημα ήταν σε θέση να επιβάλει σοσιαλιστική κυβέρνηση και χωρίς εκλογές. Κανένας από τους απαραίτητους παράγοντες δεν συνέτρεχε για να υλοποιηθούν οι όροι του προγράμματος που παραθέσαμε μέχρι τώρα. Ας δούμε, όμως, για ποιο πράγμα εγκαλέσαμε την ηγεσία του Κόμματος.

12. Η συνέχεια του προγράμματος για το ΑΑΔΜ και το ζήτημα της εξουσίας

Ωστόσο, το πρόγραμμα του Κόμματος στο ζήτημα του ΑΑΔΜ και της εξουσίας έχει και συνέχεια, η οποία δεν μπορεί να αποσιωπηθεί ή και να διαστρεβλωθεί, γιατί είναι απολύτως σαφής και ως πρόνοια και πρόβλεψη ήρθε να επαληθευτεί πλήρως μια και αντανακλά πραγματικές πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις του μόλις πρόσφατου παρελθόντος, τις οποίες με πολύ μεγάλη ένταση τις ζήσαμε όλοι μας.

Το πρόγραμμα προβλέπει περαιτέρω ότι: «Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα.
Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης.

Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση, με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Το διάστημα μέσα στο οποίο θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει προς τα εμπρός δε θα είναι μακρόχρονο. Η πείρα δείχνει ότι θα είναι βραχύχρονο. Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, τότε η κυβέρνηση θα ανατραπεί, κάτω από την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της δε σημαίνει υποχρεωτικά συνολικό πισωγύρισμα. Μπορεί να γίνει παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Σε κάθε περίπτωση ο αποφασιστικός παράγοντας θα είναι η ενότητα της εργατικής τάξης, η κατάκτηση του ηγετικού καθοδηγητικού ρόλου της, καθώς και του Κόμματός της, του ΚΚΕ, στο Μέτωπο» (Στο ίδιο, σελ. 123).

Το παραπάνω απόσπασμα που παραθέτουμε είναι τόσο ξεκάθαρο που δεν χρειάζεται κανένα σχολιασμό από την πλευρά μας. Το μόνο που χρειάζεται να διευκρινιστεί είναι αν η ηγεσία του Κόμματος θα μπορούσε, με βάση τις προβλέψεις και τις πρόνοιες που αναφέρονται στο συγκεκριμένο απόσπασμα του προγράμματος, να δώσει απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της χώρας, όχι μόνο ως του συγκεκριμένου κοινοβουλευτικού δρόμου υλοποίησης του προγράμματος αλλά και ως δρόμου που προσεγγίζει την επαναστατική διαδικασία με τη γενικότερη έννοια. Κι αυτό θα έπρεπε να το έχει κάνει ήδη από τον καιρό που ξέσπασε η οικονομική κρίση.

Και όταν λέμε «ως δρόμου που προσεγγίζει την επαναστατική διαδικασία» εννοούμε την ανάγκη προβολής της δημιουργίας του ΑΑΔΜ και της αντίστοιχης κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας εκ μέρους του ΑΑΔΜ, που θα είχε συγκεκριμένο χαρακτήρα, μια και οι κοινωνικές δυνάμεις του Μετώπου είναι σχεδόν ίδιες με τις κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης. Δηλαδή, ο χαρακτήρας της εξουσίας του ΑΑΔΜ θα ήταν δημοκρατικός, επαναστατικός και θα έκφραζε την εξουσία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού.

Η απάντηση από την πλευρά μας είναι απολύτως καταφατική για τους παρακάτω λόγους:

Πρώτο, γιατί η οικονομική κρίση που ξέσπασε όξυνε στο έπακρο όλα τα προβλήματα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων γενικότερα. Παραπέρα οι εργαζόμενοι έχαναν κοινωνικές κατακτήσεις που είχαν κερδίσει τις προηγούμενες δεκαετίες με σκληρούς ακόμη και αιματηρούς αγώνες. Αυξανόταν θεαματικά η ανεργία, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Εμφανίστηκε ξανά έντονο κύμα μετανάστευσης, ιδιαίτερα των νέων επιστημόνων.

Δεύτερο, γιατί, ταυτόχρονα, σημειώθηκε η μεγαλύτερη καταστροφή στα μικροαστικά στρώματα στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, γεγονός που έφερνε πιο κοντά την κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα στρώματα αυτά.

Τρίτο, γιατί προχωρούσαν με πολύ γρήγορους ρυθμούς οι διαδικασίες απαξίωσης του δικομματισμού και του αστικού πολιτικού συστήματος συνολικά.

Τέταρτο, γιατί η άρχουσα τάξη άρχισε να στερεύει από λύσεις στο πολιτικό επίπεδο και αυτό φάνηκε και με τη δημιουργία της κυβέρνησης Λουκά Παπαδήμου.

Πέμπτο, γιατί η άρχουσα τάξη αντιμετώπιζε μεγάλα και πραγματικά οικονομικά προβλήματα, τα οποία όπως έχει δείξει η ζωή μέχρι τώρα δεν μπορεί να τα επιλύσει. Επομένως στη συνείδηση του ελληνικού λαού άρχισε να κάνει την εμφάνισή της η ανάγκη για «άλλη» λύση, ακαθόριστη, ασπόνδυλη, αδιαμόρφωτη αλλά πάντως δεν συμπεριελάμβανε τα κόμματα του δικομματισμού.

Έκτο, γιατί η κρίση είχε επηρεάσει πολύ σοβαρά την Ευρωπαϊκή Ένωση και της είχε εντείνει αποφασιστικά τις διαλυτικές της τάσεις. Κατ’ επέκταση δεν έπρεπε να παραμένει κανείς δέσμιος του γεγονότος ότι οι εργαζόμενοι και γενικότερα ο ελληνικός λαός δεν είχαν φτάσει να απορρίψουν συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπήρχε η αναγκαία βάση. Κι αυτή ήταν η απόρριψη, από την πλευρά του ελληνικού λαού, της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ερχόταν μέσα από την απόρριψη των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων.

Έβδομο, γιατί η άρχουσα τάξη ήταν διασπασμένη μια και η ίδια είχε εισέλθει στη διαδικασία της καταστροφής της και λόγω της κρίσης και λόγω της ευρωενωσιακής οικονομικής πολιτικής.

Όγδοο, γιατί παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν είχε φτάσει να απορρίψει συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, το όραμα, όμως, είχε αμαυρωθεί σημαντικά. Δηλαδή γινόταν κατανοητό ότι το συγκεκριμένο όραμα της συγκεκριμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν όραμα της άρχουσας τάξης και όχι όραμα των εργαζομένων.

Ένατο, γιατί ο ΣΥΝ - ΣΥΡΙΖΑ, υπό ορισμένη έννοια, ήταν μέρος του προβλήματος της οικονομικής και πολιτικής κρίσης εξ αιτίας του στρατηγικού του προσανατολισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Αλλά πρότεινε μια λύση που ήταν η απόρριψη των μνημονίων, που σε τελική ανάλυση του αναιρούσε την ίδια του τη στρατηγική.

Δέκατο, γιατί ο ελληνικός λαός πρόσβλεπε στο ΚΚΕ μια και είχε επαληθευτεί με την πολιτική του και τη στάση του για μια πολιτική της άρχουσας τάξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εφαρμοζόταν από βάθους χρόνου και επέφερε μόνο δεινά και συμφορές για τους εργαζόμενους και τη χώρα. Η άρχουσα τάξη ήταν μπροστά σε μια ήττα στρατηγικής σημασίας γι αυτήν. Για το λόγο αυτό τη μάχη την έδινε πάνω στη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ.

Ενδέκατο, γιατί, παρόλο που η άρχουσα τάξη έδινε μια μάχη στρατηγικής σημασίας η λύση που πρόσφερε ήταν αδιέξοδη και το ομολογούσε κι από πάνω. Δεν ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει τον ελληνικό λαό ότι τα μνημόνια θα μπορούσαν να οδηγήσουν την ελληνική οικονομία και τη χώρα σε έξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Και σε κάθε περίπτωση η κρίση θα ήταν μακροχρόνια και θα είχε πολλά θύματα. Αυτό ακριβώς το γεγονός αποκάλυπτε τη δύσκολη θέση που είχε περιέλθει η άρχουσα τάξη.

Δωδέκατο, γιατί το εργατικό κίνημα, αν και το ΚΚΕ επωμίζεται τις δικές του ευθύνες για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν αυτό, ανέβαινε σε αγωνιστικότητα και  είχε μπροστά του σαφώς πιο αγωνιστική προοπτική απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια.

Εκτός, όμως, από τους παραπάνω λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, πρέπει να προστεθούν άλλοι δύο λόγοι καίριας πολιτική σημασίας για τον ελληνικό λαό:

Πρώτο: Η αυτοακύρωση του αστικού κοινοβουλίου, που πραγματοποιήθηκε μέσα από την καταπάτηση στοιχειωδών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών απ’ την ίδια την αστική τάξη της χώρας και τον ιμπεριαλισμό –ΔΝΤ-ΕΕ και τα αστικά κόμματα. Η άρνησή τους, σε πρώτο και προκλητικό βαθμό στην ίδια τη δημοκρατία τους και τη λειτουργία της, διά μέσου του τρόπου που εγκρίθηκαν τα δύο μνημόνια και οι αντίστοιχες δανειακές συμβάσεις, που προβλέπανε την αφαίρεση όλων των κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων και το δουλοπρεπές ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας.

Δεύτερο: Ο ρόλος και η παρουσία της τρόικας στη χώρα μας, η συμπεριφορά της οποίας, με τον πιο προκλητικό και ωμό τρόπο υπαγόρευαν εντολές προς ιθαγενείς και που αναδεικνύει την επιδείνωση των σχέσεων εξάρτησης, τα ζητήματα των κυριαρχικών δικαιωμάτων και σε τελική ανάλυση το ζήτημα της ίδιας της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας μας.

 Επομένως όλοι οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι που είχαν δημιουργηθεί και είχε μπροστά της η ελληνική κοινωνία ευνοούσαν το ΚΚΕ, έφτανε αυτό να προβάλει την πρόταση του προγράμματος του Κόμματος για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο πάλης και την κυβέρνηση αυτού του Μετώπου. Πράγμα που δεν έκανε.

Εμείς, τελικά, από την πλευρά μας, δεν ζητήσαμε από την ηγεσία του Κόμματος να δεχτεί την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «Αριστερή Κυβέρνηση». Ούτε ζητήσαμε να απευθυνθεί στον ΣΥΡΙΖΑ με βάση την πρόταση του προγράμματος του Κόμματος ή και να παζαρέψει ως προς την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ με την πρόταση του Κόμματος στο πλαίσιο της διερευνητικής διαδικασίας.

Ζητήσαμε μόνο και αποκλειστικά να προβάλει η ηγεσία του Κόμματος την πρόταση του προγράμματος του Κόμματος, γιατί τότε και μόνο τότε ο ελληνικός λαός θα είχε μπροστά του μια πραγματική λύση. Και το γεγονός αυτό θα άλλαζε τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης. Θα εξανάγκαζε και τον ΣΥΡΙΖΑ να τοποθετηθεί απέναντι στην πολιτική λύση που θα πρόβαλε το ΚΚΕ και κατ’ επέκταση να αποκαλυφτεί. Να αποκαλυφτεί και ως προς την ενότητα της Αριστεράς και ως προς την ίδια του την πολιτική. Και προπαντός, η προώθηση της πρότασης του προγράμματος δεν θα έδινε τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλεται ως η αποκλειστική εναλλακτική λύση στο πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Κι αυτό το ζητήσαμε να γίνει, όταν και οι πιο αδαείς ακόμη για τα πολιτικά πράγματα της χώρας είχαν καταλάβει ότι ο δικομματισμός βρισκόταν μπροστά σε μία συντριβή του.

13. Τι μας απάντησε η ηγεσία του Κόμματος

Καταθέτουμε τις απαντήσεις που μας έδωσε η ηγεσία του Κόμματος:

1. «Το ΑΑΔ Μέτωπο ως συμμαχία συγκροτείται από τα κάτω, ως κοινωνική συμμαχία, της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων» («Ρ» 03/06/2012 σελ. 15). Είναι κραυγαλέο για να περάσει απαρατήρητο αλλά η ηγεσία του Κόμματος με αυτήν την τοποθέτηση άλλαξε το χαρακτήρα του ΑΑΔΜ ως κοινωνικοπολιτικού Μετώπου και το θεωρεί μόνο κοινωνικό Μέτωπο.

2. «Το ΑΑΔ Μέτωπο είναι η συμμαχία που δρα ως ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και το πέρασμα στο σοσιαλισμό» (Στο ίδιο). Δηλαδή, το ΑΑΔΜ δεν διεκδικεί την εξουσία αλλά χρησιμεύει μόνο και αποκλειστικά ως μοχλός για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων.

3. «Το 15ο Συνέδριο δεν ταυτίζει το ΑΑΔ Μέτωπο με την κυβέρνηση των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων. Και σε κάθε περίπτωση, ο σχηματισμός κυβέρνησης της αριστεράς δεν έχει καμιά σχέση με την κυβέρνηση που περιγράφει το 15ο Συνέδριο» (Στο ίδιο). Εδώ ομολογείται ανοιχτά ότι το ΑΑΔΜ δεν αντιστοιχείται με κυβέρνηση του ΑΑΔΜ. Και φυσικά μια κυβέρνηση του ΑΑΔΜ δεν έχει καμιά σχέση με την κυβέρνηση που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ηγεσία του Κόμματος για να μας κατηγορήσει την επικαλείται και μας την αποδίδει  συνειδητά, ενώ από την πλευρά μας ούτε την επικαλεστήκαμε ούτε και θέλαμε να την επικαλεστούμε.

4. «Το ζήτημα της κυβέρνησης των αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων μπαίνει ως ενδεχόμενο, ότι μπορεί και να προκύψει και όχι ως διεκδίκηση του ΑΑΔ Μετώπου, πολύ περισσότερο του ΚΚΕ. Αλλωστε, αν το Πρόγραμμα του ΚΚΕ το τοποθετούσε όπως το βάζουν οι «όψιμοι υπερασπιστές του Προγράμματος», πολέμιοι του ΚΚΕ, είναι σαν το ΚΚΕ να αποδεχόταν ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό υπάρχει ενδιάμεσο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, αλλά τέτοιο δεν υπάρχει. Είναι σαν να έπρεπε στη στρατηγική του ΚΚΕ, να υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο και στόχος, η κυβέρνηση του ΑΑΔ Μετώπου, ανάμεσα στην εξουσία του κεφαλαίου και στην εργατική λαϊκή εξουσία» (Στο ίδιο).

Εδώ πλέον η ηγεσία του Κόμματος «παίζει τα ρέστα της». Αποκαλύπτεται ολοκληρωτικά. Μία σαφή και τεκμηριωμένη πρόβλεψη του προγράμματος του Κόμματος, που είναι οργανικό τμήμα του προγράμματος και που επαληθεύεται περίτρανα την παρουσιάζει, εκ των υστέρων και μετά από 16 χρόνια, ως ένα απλό «ενδεχόμενο»!!! Η ηγεσία του Κόμματος φαίνεται ότι ξεχνάει(;!) ότι αυτή η ίδια έχει γράψει το πρόγραμμα του Κόμματος και αυτή η ίδια έφερε αυτό το πρόγραμμα για έγκριση στο 15ο προγραμματικό Συνέδριο του ΚΚΕ. Και εγκρίθηκε.

Αλλά, στην έσχατη περίπτωση, και ως ένα απλό ενδεχόμενο να υπολάβει κανείς την πρόταση του 15ου Συνεδρίου, αφού η ίδια η ζωή την εμφάνισε κατά τρόπο καταλυτικό, γιατί η ηγεσία του Κόμματος την προσπέρασε με τόση βιασύνη και ευκολία; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δεν την πίστευε! Αλλά τότε μπορεί να μας εξηγήσει, γιατί την περιέλαβε στο πρόγραμμα του Κόμματος; Με ποια σκοπιμότητα;

Παραπέρα. Η ηγεσία του Κόμματος δεν αποκαλύπτεται μόνο. Διαπράττει και μία απάτη που δεν την τιμά καθόλου. Εισάγει από το παράθυρο τη γνωστή άποψη περί ενδιάμεσου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό! Και μας την αποδίδει, με πρόσχημα τη θέση μας για τη σχετική πρόβλεψη του προγράμματος του Κόμματος. Και αυτή η απάτη είναι διπλή. Γιατί, από τη μια, μας αποδίδει μια θέση που κατ’ επανάληψη έχουμε απορρίψει, από την άλλη, χρησιμοποιεί αυτή τη θέση για να απορρίψει το πρόγραμμα του Κόμματος, που η ίδια προώθησε!   

Αλλά το σπουδαιότερο. Η ηγεσία του Κόμματος παρόλο που έχει υποπέσει σε κραυγαλέο θεωρητικό λάθος, που της το ανέτρεψε η ίδια η ζωή και εκλογικά με τιμωρητικό τρόπο, εξακολουθεί να επαναλαμβάνει τις ίδιες θεωρητικές αλχημείες. Φυσικά δεν υπάρχει ενδιάμεσος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Η θέση αυτή είναι ένα απαράδεκτο και ανήθικο κατασκεύασμα της ίδιας της ηγεσίας που μας το αποδίδει για να αποκρύψει τον πραγματικό λόγο που δεν προώθησε τη σχετική πρόβλεψη του προγράμματος. Και ο λόγος αυτός είναι πολύ συγκεκριμένος. Είναι η ύπαρξη της μεταβατικής περιόδου μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, που σαφώς δεν αντιστοιχεί σε έναν ιδιαίτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό αλλά αντιστοιχεί σε μια ενδιάμεση μορφή εξουσίας κατά την οποία θα κριθεί το «ποιος ποιον». Αυτή η εξουσία εκφράζει τις κοινωνικές δυνάμεις του ΑΑΔΜ, που, σημειωτέον, είναι σχεδόν οι ίδιες με τις κινητήριες κοινωνικές δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης.    

Και γιατί λέμε σχεδόν; Γιατί στις κοινωνικές δυνάμεις του ΑΑΔΜ το πρόγραμμα του Κόμματος περιλαμβάνει όλα τα μεσαία στρώματα. Ωστόσο στο ίδιο το πρόγραμμα του Κόμματος και στην αντίστοιχη παράγραφο για τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης αναφέρεται: «Το ΚΚΕ επιδιώκει να πείσει και άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους δεν υπηρετούνται με τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Ότι πρέπει να σταθούν στο πλευρό των δυνάμεων που παλεύουν για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Έστω και ουδετερότητα αυτών των στρωμάτων θα συμβάλει στο πέρασμα στο σοσιαλισμό. Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα εξαλείψει τις αυταπάτες για τον καπιταλισμό και θα διαλύσει τις προκαταλήψεις για το σοσιαλισμό» (Ντοκουμέντα, 15ο Συνέδριο, σελ. 114).

Ύστερα από όλα όσα αναφέρθηκαν η ηγεσία του Κόμματος είναι παντελώς αδικαιολόγητη να αποποιείται το ίδιο της το πρόγραμμα, να αποποιείται τη δυνατότητα του ΑΑΔΜ να σχηματίσει κυβέρνηση, μπροστά στο φόβο της και την ανασφάλειά της μήπως και τυχόν η μεταβατική περίοδος εξουσίας του ΑΑΔΜ μεταβληθεί σε «στάδιο» της κοινωνικής εξέλιξης προς όφελος του καπιταλισμού.  Γι αυτό το λόγο κατά την προεκλογική περίοδο προτίμησε τη «σιγουριά» της εργατικής λαϊκής εξουσίας, που αποτιμήθηκε τελικά με το 4.5%.  Αλλά με αυτόν τον τρόπο πρέπει να καταλάβει η ηγεσία του Κόμματος ότι υπονομεύει και την υπόθεση του σοσιαλισμού. Και η ίδια η ζωή το απέδειξε, και απέδειξε και το πόσο δίκιο έχουμε.

5. «Ακόμη και στη στοχευμένα επικίνδυνη αντίληψη περί διεκδίκησης κυβέρνησης, προϋπόθεση είναι να υπάρχει το ΑΑΔ Μέτωπο, αλλά ακόμη δεν έχει συγκροτηθεί, βρίσκεται στα σπάργανα» («Ρ», 03/06/2012, σελ. 15). Εδώ θα ζητήσουμε συγγνώμη από τους αναγνώστες μας και να μας επιτραπεί να χαλαρώσουμε λίγο και να απαντήσουμε με το γνωστό ανέκδοτο του δολοφόνου πατροκτόνου, που παρουσιαζόταν ως ορφανός από πατέρα για να τον λυπηθούν οι δικαστές του! Δεν φτάνει που η ηγεσία του Κόμματος δεν έκανε τίποτα για τη δημιουργία του ΑΑΔΜ, τώρα, αιτιάται την έλλειψή του για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και, ταυτόχρονα, καταφεύγει να εξακολουθεί να υποστηρίζει τις ανυπόστατες κατηγορίες της αφού χαρακτηρίζει την πρόταση του 15ου Συνεδρίου που καταθέτουμε ως «στοχευμένα επικίνδυνη αντίληψη»! Και το 15ο Συνέδριο επικίνδυνο!!! Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα χρησιμοποιεί και για το εργατικό κίνημα.

6. «Το πρόγραμμα του ΚΚΕ, έχει εμπλουτιστεί από τα επόμενα Συνέδρια του Κόμματος, 16ο , 17ο , 18ο» (Στο ίδιο).  Για τη διαδικασία του προγραμματικού εμπλουτισμού έχουμε τοποθετηθεί κατ’ επανάληψη, τη θεωρούμε κομματικά αντικαταστατική και κατ’ επέκταση κομματικά παράνομη, δεδομένου πως κανένα από αυτά τα Συνέδρια δεν ήταν προγραμματικό και το πρόγραμμα του Κόμματος αλλάζει αποκλειστικά και μόνο με προγραμματικό Συνέδριο. Αλλά και στο επί της ουσίας θέμα ισχυριζόμαστε ότι όλες οι προγραμματικές προσθήκες δεν έκαναν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να αναιρούν το ίδιο το πρόγραμμα του Κόμματος.

Τελικό συμπέρασμα

Είναι φανερό, και νομίζουμε ότι το αποδείξαμε, ότι η ηγεσία του Κόμματος επιχειρεί, και με χοντροκομμένο τρόπο, μια άλλη ερμηνεία του προγράμματος του Κόμματος με μια αντίληψη που δεν εκφράζει την αντίληψη και την ουσία του προγράμματος. Η ηγεσία του Κόμματος άλλαξε το χαρακτήρα του Μετώπου από κοινωνικοπολιτικό και το έκανε κοινωνικό (σε ορισμένες περιπτώσεις το παρουσιάζει και ως εργατικό αποκλειστικά).

Το Μέτωπο το κατανοεί μόνο ως μέσο συγκέντρωσης κοινωνικών δυνάμεων, εργατική τάξη και μικροαστικά στρώματα, που ορισμένες από αυτές θα φτάσουν έως και την επανάσταση. Στερεί τη δυνατότητα από το Μέτωπο να δημιουργήσει κυβέρνηση και να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Τέλος για να ξεφύγει από τη δικαιολογημένη κριτική μας διαπράττει ένα ατόπημα που δεν ταιριάζει σε μια ηγεσία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος και δη του ΚΚΕ. Παρουσιάζει, διαστρέφοντας την πραγματικότητα, ρητές αναφορές και προβλέψεις του προγράμματος του Κόμματος, ως πολιτικά ενδεχόμενα.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί τώρα είναι ένα και μοναδικό. Μπορεί η ηγεσία του Κόμματός μας να αλλάξει αντίληψη και άποψη για το κορυφαίο ντοκουμέντο του Κόμματος που είναι το πρόγραμμά του;  Η απάντηση σ’ αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα είναι μία και μοναδική. Φυσικά και μπορεί να αλλάξει άποψη για το πρόγραμμα του Κόμματος, αρκεί να εκτεθεί ανοιχτά στην εργατική τάξη και τα μέλη του Κόμματος αυτή η άποψη.

Εδώ όμως τι διαπιστώσαμε; Διαπιστώσαμε ότι η ηγεσία του Κόμματος έκρυβε την άποψή της για πάρα πολλά χρόνια, ότι επέλεξε τη διαδικασία του προγραμματικού εμπλουτισμού για να αλλάξει επί της ουσίας το πρόγραμμα και να παρουσιάζεται, την ίδια στιγμή, ότι το υπερασπίζεται μπροστά σε όσους πραγματικά το υπερασπίζονταν. Παράλληλα να παρουσιάζει όλους όσους υπερασπίζονται το πρόγραμμα ως κομματική αντιπολίτευση!;

Αν υπήρχε η ανάγκη αλλαγής του προγράμματος του Κόμματος τότε η ηγεσία του Κόμματος όφειλε εκ του ρόλου της να εκθέσει ανοιχτά την άποψή της και να καταθέσει την αντίστοιχη πρότασή της, η οποία θα αντιμετωπιζόταν από τα μέλη του Κόμματος μέσα από τις συντεταγμένες κομματικές διαδικασίες που προβλέπονται στο καταστατικό του Κόμματος για το πρόγραμμα.
Διαπιστώνουμε, όμως, ότι, παρά το γεγονός ότι η άποψη της ηγεσίας του Κόμματος είναι μία και ενιαία, ότι παρουσιάζει συνοχή και είναι ολοκληρωμένη, δεν τη παρουσίασε «μία και καλή» αλλά προτίμησε την τμηματική της παρουσίαση. Έτσι προέκυψε ο προγραμματικός εμπλουτισμός των 16ου, 17ου, 18ου Συνεδρίων, που θα ολοκληρωνόταν στο προσεχές 19ο Συνέδριο.

Δεν θέλουμε να υποθέσουμε και αποκρούουμε τη σκέψη ότι επρόκειτο για μια μακράς πνοής σχεδιασμένη κίνηση, και εκ των προτέρων, που ανοίχτηκε στο χρόνο. Αυτό, όμως, που δεν μπορεί να παραβλέψει κανένας πλέον, είναι ότι αυτή η αντίληψη και άποψη της ηγεσίας του Κόμματος διαψεύστηκε με τον πιο δραματικό τρόπο από την ίδια τη ζωή στην πιο δραματική, πολιτικά, περίοδο της νεώτερης ιστορίας της χώρας. Και το γεγονός αυτό πια δεν της αφήνει κανένα άλλο περιθώριο παρά να αναλάβει τις ιστορικού χαρακτήρα ευθύνες της και να διευκολύνει την επίλυση του πολιτικού και κομματικού ζητήματος.

14. Αντί επιλόγου
«Με πείσμα στις ταξικές μάχες
Μετά απ' όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι δήθεν «υπερασπιστές» του προγράμματος του Κόμματος, διαγράφουν με μια μονοκοντυλιά, 16ο, 17ο,18ο Συνέδρια του ΚΚΕ και τις αποφάσεις τους, τα οποία στη βάση των αντικειμενικών κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων εμπλούτισαν το πρόγραμμα του ΚΚΕ, τη στρατηγική του, αφού ήδη έχουν ακυρώσει το ίδιο το πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 15ο Συνέδριο. Σπέρνουν συγχύσεις, καλλιεργούν την καχυποψία γύρω από τη γραμμή και την καθοδήγηση του ΚΚΕ, υπονομεύουν ανοιχτά το Κόμμα, σπρώχνουν στην αδράνεια και την άρνηση της ταξικής πάλης, δίνουν όπλα στον αντίπαλο να πολεμά το ΚΚΕ.
Η 94χρονη Ιστορία του ΚΚΕ, έχει δώσει πλούσια πείρα στο Κόμμα για τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τέτοιων ενεργειών. Η πίστη στο Κόμμα και στη γραμμή του, στην ενιαία θέληση για δράση με τη γραμμή, στην υπεράσπιση και διαφύλαξη της αδιάσπαστης σχέσης καθοδηγητικών οργάνων και ΚΟΒ αλλά και της λειτουργίας με βάση τις αρχές μας, η αδιαλλαξία απέναντι στον ταξικό αντίπαλο και στον οπορτουνισμό, αποτελούν θεμέλια για την ύπαρξη και την ιστορική του συνέχεια.
Και μπροστά στις εκλογές (ΣΣ, εννοεί στις 17 του Ιούνη) η με πείσμα και αποφασιστικότητα ακούραστη μαχητική δράση για την ενίσχυσή του στη βάση των παραπάνω θεμελιακών γνωρισμάτων του Κόμματος, είναι η καλύτερη απάντηση στον ταξικό εχθρό και στους «άσπονδους» φίλους, δήθεν υπερασπιστές του ΚΚΕ που βρίσκονται ήδη στην απέναντι όχθη» (Στο ίδιο).
Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη» 
  Και για την αντιγραφή του επιλόγου του «Ριζοσπάστη
  «Νέα Σπορά»

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΛΟΓΟΚΟΠΙΑ*
«Όταν σε κάποια κομματική συνέλευση είπα ότι η επαναστατική λογοκοπία για επαναστατικό πόλεμο μπορεί να χαντακώσει την επανάστασή μας, με κατέκριναν για την οξύτητα της πολεμικής μου. Υπάρχουν όμως στιγμές που είσαι υποχρεωμένος - όταν υπάρχει κίνδυνος να προξενηθεί ανεπανόρθωτο κακό και στο Κόμμα και στην επανάσταση- να βάλεις το ζήτημα ορθά-κοφτά και να ονομάσεις τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα.
Η επαναστατική λογοκοπία τις περισσότερες φορές είναι αρρώστια των επαναστατικών κομμάτων σε συνθήκες που τα κόμματα αυτά πραγματοποιούν άμεσα ή έμμεσα την επαφή, τη συνένωση, τη σύμπλεξη των προλεταριακών και των μικροαστικών στοιχείων και όταν η πορεία των επαναστατικών γεγονότων παρουσιάζει μεγάλες και γρήγορες αλλαγές. Η επαναστατική λογοκοπία είναι επανάληψη επαναστατικών συνθημάτων χωρίς να παίρνονται υπόψη οι αντικειμενικές συνθήκες, όταν έχουμε μια συγκεκριμένη αλλαγή των γεγονότων, μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων. Συνθήματα υπέροχα , ενθουσιαστικά, μεθυστικά -μα αστήρικτα- να η ουσία της επαναστατικής λογοκοπίας».
*Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Τόμος 35, σελίδα 343.
                                                                                           «Νέα Σπορά»

Περισσότερα... "

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Η απάντηση της «Νέας Σποράς» στην ηγεσία του Κόμματος σχετικά με το Πρόγραμμα Β΄ Μέρος

 6. Ανεπίτρεπτες κατηγορίες
Η ηγεσία του Κόμματος προκειμένου να μας απαντήσει, σε σχέση με το πρόγραμμα, προλειαίνει το έδαφος με ανεπίτρεπτες και προκατασκευασμένες κατηγορίες, τις οποίες τις θέτει ως ερωτήματα στα οποία, στη συνέχεια, δίνει η ίδια τις αυθαίρετες απαντήσεις της. Είναι κι αυτή μια προσφιλής μέθοδος ειδικά εκείνων που στερούνται λογικών πολιτικών επιχειρημάτων.

Μας εγκαλεί η ηγεσία του Κόμματος : «Δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν γιατί σε όποια χώρα έγινε από Κομμουνιστικά Κόμματα “κυβερνητικό πείραμα” για να ανακοπεί η αντεργατική, αντιλαϊκή επίθεση, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο (Γαλλία, Ιταλία κλπ)». 

Κατ’ αρχάς, το «σε όποια χώρα» δεν ισχύει. Είναι άλλη η περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας, αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου οι πολιτικές εξελίξεις, με πρωτοπόρα δύναμη το ΚΚΤσ, οδηγούν στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Άλλη η περίπτωση της Χιλής στη δεκαετία του ‘70, όπου η κυβέρνηση συνεργασίας του Σαλβατόρ Αλλιέντε αντιμετωπίζεται με  το αμερικανόπνευστο στυγνό πραξικόπημα του Πινοσέτ. Άλλη η περίπτωση του Βιετνάμ στη δεκαετία πάλι του ’70, που με το όπλο στο χέρι κατακτά την πολιτική εξουσία και ενώνει τη χώρα. Και εντελώς άλλη η περίπτωση της Γαλλίας (πριν και μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού) και της Ιταλίας (μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού), όπου τα αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα ενσωματώνονται σε «κυβερνητικά πειράματα» και στην πολιτική της αστικής τάξης.

Επομένως αυτή η γενίκευση από τη μία και ο ταυτόχρονος περιορισμός από την άλλη, στην Γαλλία και την Ιταλία, είναι εκ του πονηρού. Είτε γίνεται συνειδητά από σκοπιμότητα για να δικαιολογήσει μια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία είτε γίνεται από άγνοια. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, δεν βοηθάει καθόλου τη διευκρίνιση του ζητήματος, γιατί ανακατεύει διαφορετικές ιστορικές συνθήκες και διαφορετικές πολιτικές των αντίστοιχων Κομμουνιστικών Κομμάτων. Και μια ηγεσία οφείλει να τα γνωρίζει «αυτά τα απλά».   

Κατά δεύτερο, δεν αντιλαμβανόμαστε για ποιο πράγμα μας εγκαλεί η ηγεσία του Κόμματος. Έπρεπε να απαντήσουμε για την περίπτωση της Γαλλίας και της Ιταλίας!;  Μα δεν χρειάζεται να απαντήσουμε γιατί δεν θέλουμε το σχηματισμό κυβέρνησης με τον τρόπο που σχηματίστηκε στη Γαλλία και στην Ιταλία. Είναι πολύ απλό. Θέλουμε το σχηματισμό κυβέρνησης έτσι όπως την προβλέπει το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας.

Και τη ρωτάμε ευθέως να μας απαντήσει. Είναι αντικομματική ενέργεια αυτή η απαίτησή μας να εφαρμοστεί το πρόγραμμα του Κόμματος την ώρα που η ηγεσία του Κόμματος δεν το εφαρμόζει; Το ερώτημα αυτό είναι καίριο. Γιατί καθορίζει τη στάση της ηγεσίας απέναντι στο Κόμμα και στην εργατική τάξη της χώρας, γενικότερα απέναντι στους εργαζόμενους, τα μικροαστικά στρώματα και τον ελληνικό λαό αλλά και τη στάση τη δικιά μας απέναντι στην ηγεσία.

Ακριβώς γι αυτό το λόγο δεν μιλήσαμε αποκλειστικά και μόνο για κυβέρνηση. Θυμίζουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρώτη μας Δήλωση:  «Σε μια εποχή που οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου δικαιώθηκαν περίτρανα, η ηγεσία του κόμματος εγκατέλειψε την προσπάθεια να εφαρμόσει τη βασική του πρόταση, στο πνεύμα της σύγχρονης περιόδου που διανύουμε, προωθώντας τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη δημιουργία αντίστοιχης κυβέρνησης, που θα έκφραζε και θα στηριζόταν στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, στη νεολαία και τη διανόηση της χώρας μας, που θα συνένωνε αρμονικά την πάλη των εργαζομένων για τα άμεσα προβλήματά τους με την προοπτική του σοσιαλισμού». Δηλαδή, μιλήσαμε για τη συνολική πρόταση του προγράμματος του Κόμματος και εγκαλέσαμε την ηγεσία γιατί δεν την προώθησε και δεν την πρόβαλε, ενώ το πρόγραμμα του Κόμματος ισχύει μέχρι κι αυτήν τη στιγμή, υποτίθεται.

Κατά τέταρτο, για να προσδώσει «υπόσταση» στην παραπάνω επιχειρηματολογία της η ηγεσία καταφεύγει στον …Αλ. Τσίπρα! Νισάφι πια! Καταλαβαίνουμε πολύ καλά γιατί οχυρώνεται πίσω από τέτοιες απαράδεχτες μεθοδολογίες. Επιχειρεί να διεγείρει τα αντανακλαστικά του κομματικού σώματος, και έτσι μόνο από το άκουσμα του ΣΥΡΙΖΑ να αποδεχτεί τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία χωρίς και να την κρίνει. Αλλά δεν είναι ο σοφότερος και ο προσφορότερος τρόπος για να αντιμετωπίσει κριτικές που της υποβάλλονται και, τη διαβεβαιώνουμε, δεν είναι μόνο δικές μας. Τη διαβεβαιώνουμε, επίσης, ότι ο Αλ. Τσίπρας δεν νοιάζεται καθόλου αν η ηγεσία του ΚΚΕ θα εφαρμόσει το πρόγραμμά του.

Παραθέτουμε το αντίστοιχο απόσπασμα που αποδεικνύει τις αιτιάσεις μας: «Να θυμίσουμε εδώ ότι το συγκεκριμένο ζήτημα το άνοιξε ο Αλ. Τσίπρας στη διακαναλική συνέντευξη του ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογές στις 6 Μάη. Ακριβώς όπως το διατυπώνουν αυτοί που ανώνυμα κάνουν πολεμική στο ΚΚΕ διαστρεβλώνοντας το Πρόγραμμα του Κόμματος. Γιατί άλλα λέει το Πρόγραμμα του ΚΚΕ απ’ αυτά που οι ίδιοι γράφουν».

Είναι βέβαια, μια ενδιαφέρουσα ιστορία το πως και το γιατί ο Αλ. Τσίπρας κατέφυγε στο να διαβάσει το πρόγραμμα του Κόμματος. Ασυνήθιστη ιστορία είναι η αλήθεια. Προς το παρόν παραθέτουμε ολόκληρη την απάντηση στην σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ στη διακαναλική συνέντευξη στις 29/04/2012 στο Ζάππειο, για να έχει υπόψη του ο αναγνώστης και να μπορεί να συμπεράνει όχι για την επιχειρηματολογία της ηγεσίας μόνο αλλά πρωτίστως της «Νέας Σποράς»

«Χ. ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ (“MEGA”): Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς επιμένετε σ’ αυτή τη συνεργασία, την ώρα που το Κομμουνιστικό Κόμμα εκλαμβάνει, όπως τουλάχιστον είπε η Γενική Γραμματέας του πριν από λίγες ημέρες, τη στήριξη από τους ψηφοφόρους ως στήριξη σε μια ξεχωριστή πολιτική πρόταση που δεν έχει σχέση με αυτό που δημοσίως δηλώνει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Α. ΤΣΙΠΡΑΣ: Κύριε Τσιγουρή, ειλικρινά ορισμένες φορές τη συλλογιστική της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και της κας Παπαρήγα δεν μπορώ να την παρακολουθήσω. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι αυτή η συλλογιστική ορισμένες φορές φτάνει και στα όρια παράλογων και τοποθετήσεων που στερούνται λογικής  βάσης, όπως το ότι αν η Αριστερά καταφέρει και γίνει κυβέρνηση δεν θα έχουμε καλή αντιπολίτευση.
Δικαιολογώ όμως αυτές τις τοποθετήσεις, γιατί βρισκόμαστε στην αιχμή ενός προεκλογικού αγώνα και όλοι διεκδικούν να αιτιολογήσουν τις επιλογές τους είτε ήταν δίκαιες είτε ήταν άδικες. Η επόμενη μέρα των εκλογών όμως θα είναι μια ξεχωριστή και διαφορετική μέρα. Και επιτρέψτε μου να σας πω, αντλώ αυτή τη βεβαιότητα, διότι παρά τις διαφορές μας, τις σημαντικές διαφορές που έχουμε με το Κομμουνιστικό Κόμμα, έχουμε μελετήσει την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, ήμασταν κι εμείς κομμάτι της.
Ξέρουμε ποια ήταν η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος σε κρίσιμες στιγμές, όταν απέναντι στην άνοδο του φασισμού προέταξε το λαϊκό μέτωπο, όταν αργότερα δημιούργησε το ΕΑΜ, όταν αργότερα στα χρόνια της μεταπολίτευσης με ηγέτη τον Χαρίλαο Φλωράκη άσκησε μια ουσιαστική πολιτική συμμαχιών προκειμένου να διευκολύνει το λαϊκό κίνημα να έχει κατακτήσεις.
Ξέρουμε όμως και το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από το 15ο συνέδριο του ΚΚΕ, το πρόγραμμα του. Λέει λοιπόν:

 «Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το Κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση της χώρας και την εξάρτηση από συμμετοχή της σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης. Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση. Με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη επαναστατικής διαδικασίας»

Κύριε Τσιγουρή, εμείς αναρωτιόμαστε. Αν όχι τώρα πότε; Και αν όχι εμείς ποιοι; Δεν μπορεί να περιμένουμε να διαμορφωθούν οι συνθήκες. Διότι αν περιμένουμε να διαμορφωθούν οι συνθήκες δεν θα έχουμε υποκείμενο.
Ο λαός μας πεθαίνει. Ο λαός μας θα πεινάσει. Θα φύγουν μετανάστες στο εξωτερικό οι νέοι άνθρωποι. Θα εξαθλιωθούν οι εργαζόμενοι. Και δεν μπορεί να περιμένουμε να εξαθλιωθεί και ο τελευταίος εργαζόμενος για να διαμορφωθούν οι συνθήκες.
Πιστεύουμε λοιπόν ότι την επομένη των εκλογών ο ελληνικός λαός με την ψήφο του θα υποδείξει, θα αναγκάσει τις δυνάμεις της Αριστεράς σε μια κυβέρνηση που θα ανατρέψει την πορεία του λαού μας προς τη δυστυχία».

Η ηγεσία του Κόμματος μπορεί τώρα, που έχουμε απομακρυνθεί από τα γεγονότα, πιο ήρεμα και πιο ψύχραιμα, να αναλογιστεί το πόσα επιχειρήματα, με αποκλειστική της ευθύνη, πρόσφερε στον ΣΥΡΙΖΑ η εγκατάλειψη του προγράμματος του Κόμματος και όχι μόνο, που άδραξε μόλις βρήκε την ευκαιρία και εκμεταλλεύτηκε την ιστορική προσφορά του ΚΚΕ. Το πώς έδωσε τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να πλαγιοκοπήσει τις δυνάμεις του Κόμματος μέσα από μια καλοζυγισμένη δημαγωγική αναφορά στο πρόγραμμα του Κόμματος (και κατά τη γνώμη μας προκατασκευασμένη).

Γιατί πράγματι πρόκειται για μια δημαγωγική αναφορά, δεδομένου ότι το σχετικό εδάφιο που διάβασε ο Αλ. Τσίπρας περιλαμβάνει και την πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, δηλαδή ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Το σχετικό εδάφιο του προγράμματος στρέφεται ενάντια και στην καρδιά της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια του τη στρατηγική. Και κάτι άλλο.

Αντί η ηγεσία του κόμματος να μας εγκαλεί και να μας απευθύνει την κατηγορία ότι «αυτά τα λέει ο Αλ. Τσίπρας», ας σκεφτεί, παραπέρα, ότι εκείνη τη στιγμή δεν διέθετε ούτε την οξυδέρκεια και δεν πήρε καν την πρωτοβουλία «να γυρίσει» την κατάσταση σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, αφού κατέφυγε η ηγεσία του στο πρόγραμμα ενός άλλου κόμματος, που δεν είναι το οποιοδήποτε κόμμα αλλά είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας με την ιστορική παρακαταθήκη που κουβαλάει, το ακριβότερο και πολυτιμότερο κόσμημα της νεώτερης ιστορίας της χώρας μας!

Και να του πει απλά: Αφού το δέχεστε ως πρόγραμμα, μια και (μας) το διαβάζετε, ας αποτελέσει ακριβώς αυτό το πρόγραμμα και ειδικά αυτό το εδάφιο τη βάση της πολιτικής των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων που θα διεκδικήσουν και την κυβέρνηση. Τοποθετηθείτε λοιπόν εσείς του ΣΥΡΙΖΑ! Για να διαπιστώσει και ο ελληνικός λαός, εκτός του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας καλός αναγνώστης του προγράμματος του ΚΚΕ, αν είναι και αντιμονοπωλιακή και αντιιμπεριαλιστική πολιτική δύναμη, αν είναι Αριστερή δύναμη, αν είναι ειλικρινής και, τέλος, αν όλα όσα λέει για την ενότητα της Αριστεράς τα εννοεί και πάνω σε ποια βάση.    

Όμως, η ηγεσία του κόμματος δεν το τόλμησε. Και δεν το τόλμησε, γιατί, όπως προκύπτει από την απάντηση που έδωσε στη «Νέα Σπορά», δεν πιστεύει και η ίδια στο πρόγραμμα του κόμματος. Πως, λοιπόν, να το επικαλεστεί. Είχε δέσει τα χέρια της.

Από την πλευρά μας θα συνιστούσαμε στην ηγεσία του Κόμματος να πάψει να χρησιμοποιεί τέτοιες καταδικασμένες μέθοδες, που δεν κινούνται στο πλαίσιο της κομμουνιστικής δεοντολογίας και ξεπερνάνε τα όρια μιας ιδεολογικής διαπάλης. Για τους παρακάτω βασικούς λόγους:

Πρώτο, γιατί το θέμα του προγράμματος του Κόμματος δεν το άνοιξε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε κι εμείς. Το άνοιξε η ίδια η ηγεσία με τη διαδικασία του «προγραμματικού εμπλουτισμού» εδώ και πολλά χρόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία με δημαγωγικό τρόπο και εμείς από την πλευρά μας υπερασπιζόμαστε το πρόγραμμα του Κόμματος, γιατί διαφωνούμε και με τη μεθοδολογία αλλά και με το περιεχόμενο του προγραμματικού εμπλουτισμού. Αυτή η μεθοδολογία μας θυμίζει πολύ την αντίστοιχη μεθοδολογία Ανδρουλάκη.

Δεύτερο, γιατί υποτιμάει απρεπώς και βάναυσα τη νοημοσύνη των κομματικών μελών και στελεχών, των οπαδών και ψηφοφόρων του Κόμματος, που αυτήν την περίοδο «περνάνε από το κόσκινο» τη γραμμή του Κόμματος και βρίσκονται σε πολύ έντονο προβληματισμό και ανησυχία για το μέλλον του.  

Τρίτο, γιατί αποδείχτηκε άμεσα και χειροπιαστά ότι όσο περισσότερο ασχολιόταν η ηγεσία του Κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο περισσότερο τον τροφοδοτούσε με ψηφοφόρους του. Ακόμη και παραδοσιακούς ψηφοφόρους, που στη ζωή τους δεν είχαν ψηφίσει ΠΟΤΕ άλλο κόμμα εκτός από το ΚΚΕ, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα ζωής, στάσης, ενοχών, ψυχολογίας, εγκατάλειψης, απογοήτευσης, αποστράτευσης, ματαιότητας, ηττοπάθειας κλπ.

Τέταρτο, γιατί η απάντηση της ηγεσίας στη «Νέα Σπορά» δίνεται στις 3 του Ιούνη, αλλά στις 17 του ίδιου μήνα γίνονται οι επαναληπτικές εκλογές και το αποτέλεσμα δεν τη δικαιώνει. Φαίνεται ότι η ηγεσία του Κόμματος διαβιεί σε μια φαντασιακή κατάσταση που την έχει απομακρύνει από την πραγματικότητα και δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι ΑΛΛΑΞΑΝ ΡΙΖΙΚΑ οι όροι πολιτικής παρουσίας του ΚΚΕ, ότι το ΚΚΕ έχασε στις εκλογές του Ιούνη κάτι λιγότερο από το 50% της εκλογικής του δύναμης σε σχέση με τις εκλογές της 6ης του Μάη, πάνω από το 50% σε σχέση με το 2007 και βρίσκεται πίσω και από την εκλογική δύναμη του 1993! Αντίθετα, αυτό το γεγονός, πρέπει να την κάνει να προβληματιστεί πάρα πολύ και να αναλάβει, επί τέλους, τις ευθύνες της με ό,τι σημαίνει αυτό.

Δύο ακόμη παρατηρήσεις από το ατέλειωτο κατηγορητήριο που μας παραπέμπει συνεχώς πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η πρώτη: Η ηγεσία του Κόμματος μας κατηγορεί ότι ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα ετεροκαθοριζόμαστε σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τίποτα πιο ανακριβές. Δεν είναι αυτό το κριτήριο που μας διακατέχει και μας αποδίδει σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα. Κρίνουμε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα μέσα στο πλαίσιο των συνθηκών που δημιουργήθηκαν. Αυτό είναι το κριτήριο. Και οι συνθήκες αυτές μας λένε: Στην ιστορία του δικομματισμού για πρώτη φορά μετακινούνται 3.5εκατ ψηφοφόροι από το χώρο του δικομματισμού και καταλήγουν σε άλλα κόμματα. Από τα 3.5εκατ ψηφοφόρους που μετακινήθηκαν στις εκλογές της 6ης του Μάη το κόμμα κέρδισε, περίπου, είκοσι χιλιάδες ψηφοφόρους, σε σχέση με τις εκλογές του 2009, ενώ στις εκλογές του Ιούνη το κόμμα έκανε οπισθοδρομικό άλμα στο …1993. Ρωτάμε την ηγεσία του κόμματος. Είναι αυτό ετεροκαθορισμός;  

Ωστόσο, τι ακριβώς εννοεί η ηγεσία του Κόμματος με τον ετεροκαθορισμό; Ότι το Κόμμα δεν επηρεάζεται από τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις; Τότε πως εξηγείται το εκλογικό αποτέλεσμα; Έπειτα εγείρεται και ένα άλλο πρόβλημα. Μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα του οπορτουνισμού. Είχε πάντα πρόβλημα εισόδου στο κοινοβούλιο. Η μόνιμη κατηγορία ήταν ότι θέλει να πάρει τη ρεβάνς του 1968. Τώρα που αναδείχτηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση και πήρε τη ρεβάνς, που εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει τα πολιτικά πράγματα της χώρας στη μια ή την άλλη κατεύθυνση, το γεγονός αυτό, και μπροστά στη σαφή επιδίωξή του να αναδειχτεί σε κυβερνητική δύναμη, δεν θα επηρεάσει και το ΚΚΕ; Η ηγεσία του Κόμματος κατηγόρησε τους εργαζόμενους για «διαχειριστικές αυταπάτες» αλλά απ’ ότι φαίνεται ζει και συντηρεί τις αυταπάτες της.

Αυτή η άποψη περί ετεροκαθορισμού, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ επικίνδυνη και δεν αφορά τη «Νέα Σπορά». Αφορά κυρίαρχα την ηγεσία του Κόμματος. Γιατί κρύβει μέσα της την αδιαφορία ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα αρκεί «η γραμμή να είναι καλά»! Στην άποψη αυτή βασίστηκαν τα ατυχή καλέσματα να διορθώσουν οι λαϊκές μάζες την ψήφο τους, στην άποψη αυτή βασίστηκαν οι πρώτες εκτιμήσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, που έβγαζαν τις λαϊκές μάζες λάθος και ταυτόχρονα τη γραμμή του Κόμματος να επιβεβαιώνεται!

Τι ακριβώς θέλει να μας πει η ηγεσία του κόμματος με τον ετεροκαθορισμό; Ότι σε μια (όποια) πιθανή και ανεπιθύμητη περίπτωση που το Κόμμα μείνει έξω από το κοινοβούλιο, περίπτωση πλέον που είναι στα χείλη του κάθε μας οπαδού και ψηφοφόρου ως ενδεχόμενη να συμβεί, η γραμμή του θα επιβεβαιώνεται και οι εργαζόμενοι θα έχουν λάθος;  Μάλλον πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα με τέτοιου είδους απόψεις, γιατί η ηγεσία του Κόμματος βάζει πάνω από το συμφέρον του Κόμματος τον εγωισμό της και την αλαζονεία της. Γι αυτό και δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της.

Η δεύτερη: Η ηγεσία του κόμματος ακολουθεί την τακτική του μας «σπρώχνει» συνέχεια πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ! Το καταλαβαίνουμε. Της δηλώνουμε, όμως, ότι θα αποτύχει στην τακτική της. Στην απάντησή της χρησιμοποιεί κατακερματισμένα αποσπάσματα από τη πρώτη μας Δήλωση που αποκρύβουν τη θέση μας για τον ΣΥΡΙΖΑ. Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα που ξεκαθαρίζουν τις θέσεις μας: (….) παραχώρησε ανεπίτρεπτα το έδαφος στον ΣΥΡΙΖΑ για την ανάπτυξη των  πολιτικών του πρωτοβουλιών, των μικροαστικών απόψεων και ανεδαφικών του θέσεων. (….)Επί της ουσίας ώθησε τον ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας και μη, να καρπωθεί το αποτέλεσμα μιας μακράς δραστηριότητας του ΚΚΕ, που αφορούσε στην πολιτική και στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της καπιταλιστικής κρίσης, τις συνέπειες που υπέστη η χώρα μας από την αποδιάρθρωση και τη συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης, με τη χρεοκοπία της οικονομίας της, που σε πρώτο και κυρίαρχο βαθμό οφείλονται στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. (….) Συνέβαλε σημαντικά στην απενοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωενωσιακή του στάση και πολιτική και τον κατέστησε πρωταγωνιστή στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού συστήματος.

Μάλλον αυτές οι θέσεις δεν ταιριάζουν στη συλλογιστική της ηγεσίας του Κόμματος και δεν τη βολεύουν στην αντιμετώπιση της κριτικής που υφίσταται από τη «Νέα Σπορά». Αλλά με τα τρυκ δεν νομίζουμε ότι θα μπορέσει εύκολα να ξεπεράσει την κριτική μας. Γι αυτόν το λόγο θα συνιστούσαμε στην ηγεσία του Κόμματος να ανοίξει άμεσα, τώρα, ένας επίσημος διάλογος από τις στήλες του Ριζοσπάστη μέσα από τον οποίο θα εκφραστούν τα μέλη του κόμματος, οι φίλοι, οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι του Κόμματος για να διαπιστώσει και η ηγεσία αν βρίσκεται σε αρμονία με τους πραγματικούς προβληματισμούς και τις ανησυχίες τους. Και η ηγεσία έχει ένα λόγο παραπάνω να το κάνει εάν διαπιστώνει ότι τα μέλη του κόμματος συμφωνούν με την πολιτική της.
Παραπέρα θα λέγαμε πως δεν είναι δυνατό, μετά και όσα συνέβησαν, η ηγεσία του Κόμματος να προχωρήσει στη διεξαγωγή του επόμενου συνεδρίου του, που θα είναι προγραμματικό και καταστατικό, χωρίς να έχει εξαντληθεί το παραπάνω θέμα αυτοτελώς, για να ανοίξει μετά ο διάλογος για το πρόγραμμα του Κόμματος και το καταστατικό του.

7. Επίδειξη ηγετικής αμετροέπειας

Εκεί, όμως, που η ηγεσία ξεφεύγει από κάθε μέτρο είναι στη διατύπωση ανέντιμων κατηγοριών σε βάρος της «Νέας Σποράς», που δείχνουν, όμως, και το πως η ηγεσία του Κόμματος κατανοεί τις κομματικές λειτουργίες. Μας κατηγορεί ψευδώς ότι δίνουμε «όπλα στον αντίπαλο επιδιώκοντας το χτύπημα του ΚΚΕ και του κινήματος». Μας κατηγορεί ότι έχουμε εξαπολύσει επίθεση: «Και επιτίθενται με όρους υπονόμευσης του ΚΚΕ και με ανομολόγητους πόθους και στόχο να χτυπηθεί το Κόμμα, να σμπαραλιάσουν τη δράση του, καλώντας σε παρέμβαση από τα κάτω για να διορθωθεί η πολιτική του γραμμή και να επανέλθει στο πρόγραμμα του Κόμματος».

Θα μας επιτραπεί, κατ’ αρχάς, να διατυπώσουμε ένα ερώτημα γενικής φύσης. Από πότε η επιμονή στην τήρηση και εφαρμογή του προγράμματος του Κόμματος συνιστά επίθεση ενάντια στο Κόμμα και το Κίνημα; Μπορεί να μας το εξηγήσει η ηγεσία του Κόμματος;

Πιο συγκεκριμένα. Από την πλευρά μας διατυπώσαμε την αντίθεσή μας στο γεγονός ότι η ηγεσία του Κόμματος δεν πρόβαλε και δεν εφάρμοσε το πρόγραμμά του ούτε πριν τις εκλογές ούτε κατά τη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων των εκλογών. Περιορίστηκε γύρω από την εργατική λαϊκή εξουσία. Αποδείχτηκε από τον πρώτο γύρο των εκλογών και κραυγαλέα στο δεύτερο γύρο των εκλογών της 17ης του Ιούνη ότι αυτό δεν ωφέλησε αλλά αντίθετα έβλαψε το Κόμμα.

Παραπέρα. Δεν προχωρήσαμε σε καμία ερμηνεία του προγράμματος του Κόμματος. Απαιτήσαμε μόνο την προβολή του και την εφαρμογή του, αφού ακόμα και η ηγεσία του Κόμματος, δημόσια τουλάχιστον, ισχυρίζεται ότι ισχύει. Αντίθετα η ηγεσία του Κόμματος στην απάντησή της προς την «Νέα Σπορά» προχωράει σε ερμηνεία του προγράμματος για να αποδείξει ότι είμαστε εμείς που το ακυρώνουμε (!) και η ίδια να κατοχυρώσει την ερμηνεία που δίνει αυθαίρετα ως πρόγραμμα του κόμματος. Εμείς από την πλευρά μας απομένει να αποδείξουμε ότι η ερμηνεία που δίνει αλλοιώνει το πρόγραμμα του Κόμματος και τη διαβεβαιώνουμε γι αυτό.

Η ηγεσία, ωστόσο, κάνει ένα πολύ επικίνδυνο βήμα παραπέρα, που την εκθέτει ανεπανόρθωτα. Μας αποδίδει ιδιότητες του ταξικού εχθρού!; Και τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πάρα πολλά: Αλήθεια. Ποιος ταξικός εχθρός θα αναλάμβανε την ευθύνη να την προειδοποιήσει ότι ο δρόμος που έχει επιλέξει είναι καταστροφικός για το Κόμμα; Ποιος ταξικός εχθρός δεν θα χαιρόταν με το εκλογικό αποτέλεσμα του Κόμματος; Ενώ εμείς από την πλευρά μας της αποδίδουμε την ευθύνη ότι έτσι όπως εφαρμόζει τη γραμμή του Κόμματος βάζει νάρκη στα ίδια τα θεμέλια του Κόμματος. Στην ύπαρξή του. Ποια σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη στάση του ταξικού εχθρού απέναντι στο Κόμμα, που μετά το αποτέλεσμα σκλήρυνε τη στάση του, και τη δική μας στάση, που μας ενδιαφέρει όχι μόνο να υπάρχει το Κόμμα αλλά να εκπληρώσει και τον ιστορικό του ρόλο;

8. Τι ισχυριστήκαμε εμείς και τι μας απάντησε η ηγεσία του Κόμματος

Παραθέτουμε το απόσπασμα που προκάλεσε τη μήνι της ηγεσίας του Κόμματος και που «πιάστηκε» από αυτό για να μας κατηγορήσει ότι έχουμε εξαπολύσει επίθεση ενάντια στο Κόμμα: «Η ηγεσία του ΚΚΕ θα κριθεί στα όργανα του Κόμματος, από τα μέλη του Κόμματος. Και θα κριθεί αυστηρά. Όσο σημαντικός κι αν είναι ο ρόλος της, δεν ταυτίζεται με το ίδιο το Κόμμα, πολύ περισσότερο όταν δεν μπορεί πλέον να βρίσκεται σ' αυτή τη θέση. Η ηγεσία του Κόμματος θα κριθεί από τους οπαδούς, τους ψηφοφόρους, από την ίδια την εργατική τάξη. Και η εργατική τάξη δεν χαρίζεται. Ούτε ξεχνάει. Ούτε θα επιτραπεί από τα μέλη του Κόμματος και από την ίδια την εργατική τάξη η οποιαδήποτε παρερμηνεία ή και η παραμικρή αξιοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος της 17ης του Ιούνη».

Μπροστά σ’ αυτήν τη θέση που προβλήθηκε η απάντηση ήταν χαρακτηριστική για το πώς κατανοεί η ηγεσία του Κόμματος τα κομματικά πράγματα. Μένει κανείς ενεός από το ύφος και το περιεχόμενο της απάντησης. Ας σκεφτεί, όμως, ο κάθε καλόπιστος αναγνώστης και ας αναρωτηθεί από μόνος του για τα ζητήματα που περιέχει το σχετικό απόσπασμα της «Νέας Σποράς».

Και ποια είναι αυτά;

Διεξήχθηκαν δύο αλλεπάλληλες εκλογικές διαδικασίες. Τα εκλογικά αποτελέσματα είναι καταλυτικά για την περαιτέρω πορεία του ΚΚΕ. Ερώτημα πρώτο: Δεν πρέπει να κριθεί η ηγεσία του Κόμματος για τα συγκεκριμένα αποτελέσματα, που εισέπραξε το Κόμμα και που με τη δική της αποκλειστική ευθύνη χαράχτηκε η πολιτική που ακολούθησε; Ερώτημα δεύτερο: Αυτή η πολιτική δεν κρίθηκε στις εκλογές ή κρίθηκε κάποια άλλη για την οποία η ηγεσία του Κόμματος δεν φέρει την οποιαδήποτε ευθύνη; Ερώτημα τρίτο: Η απάντηση στη «Νέα Σπορά» δεν συνιστά υπεράσπιση της πολιτικής που ακολουθήθηκε; Ερώτημα τέταρτο: Που πρέπει να κριθεί η ηγεσία του Κόμματος αν όχι στα όργανα του κόμματος; Ερώτημα πέμπτο: Όσο σημαντικός κι αν είναι ο ρόλος της ηγεσίας του Κόμματος αυτή δεν ταυτίζεται με το Κόμμα το ίδιο και γι αυτό το λόγο το Κόμμα, δηλαδή οι οργανωμένες δυνάμεις του, έχουν κάθε δικαίωμα να κρίνουν την ηγεσία τους. Ή έχει εκλείψει αυτό το δικαίωμα; Ερώτημα έκτο: Μετά από ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν πρέπει να κριθεί αυστηρά η ηγεσία του Κόμματος και, προφανώς, δίκαια, δηλαδή, να αντιστοιχηθεί η πολιτική της πράξη με το πολιτικό αποτέλεσμα της πράξης της; Ερώτημα έβδομο: Όλα τα παραπάνω δεν συνιστούν τις πάγιες διαδικασίες που υπάρχουν από δημιουργίας του Κόμματος; Ερώτημα όγδοο: Μπορεί να υπάρξει κάποια εξαίρεση για τη σημερινή ηγεσία ή η απάντηση που μας έδωσε υποδηλώνει και κατοχυρώνει την αυτοεξαίρεσή της;

Αυτό είναι το πρώτο μέρος της τοποθέτησης που κάναμε και αφορά εξ ολοκλήρου τις κομματικές διαδικασίες. Το δεύτερο μέρος της τοποθέτησης αφορά τους οπαδούς, τους ψηφοφόρους και την ίδια την εργατική τάξη. Από την πρώτη ημέρα που υπάρχει το Κόμμα, πολύ περισσότερο από τη νεώτερη νομιμοποίηση του Κόμματος  για κάθε σημαντικό πολιτικό γεγονός, και οι πρόσφατες εκλογές αποτελούν πολύ σημαντικά γεγονότα για το Κόμμα, γίνεται προσπάθεια να ανοίγονται συζητήσεις με τους οπαδούς, τους ψηφοφόρους του, γενικότερα τους εργαζόμενους. Γι αυτό το σκοπό οργανώνονται συγκεντρώσεις, συσκέψεις, ομιλίες κλπ.

Σε αυτού του είδους τις πρωτοβουλίες κρίνεται η πολιτική του Κόμματος αλλά και η δημόσια εικόνα της ηγεσίας του, των στελεχών του. Δίνονται εξηγήσεις αλλά λέγονται και απόψεις. Ασκείται κριτική και γίνονται προτάσεις. Υπάρχουν, δηλαδή, παγιωμένες εκείνες οι διαδικασίες που μέσα από έναν, κατά το δυνατό, χρήσιμο και δημιουργικό διάλογο υπόκειται στη βάσανο της κριτικής η πολιτική του Κόμματος ευρύτερα από τους εργαζόμενους. Το ίδιο έγινε και στις πρόσφατες εκλογές.

Πέραν, όμως, αυτού του τύπου τον οργανωμένο διάλογο κριτικής αποτίμησης της πολιτικής του Κόμματος, υπάρχει και η γενική στάση της εργατικής τάξης, των άλλων εργαζομένων, των κοινωνικών στρωμάτων που προσπαθεί να συσπειρώσει το Κόμμα. Που εκφράζουν μια κριτική θέση απέναντι στο Κόμμα και που εκτός από τις εκλογές, που αναδεικνύουν και αποδεικνύουν τη γενική πολιτική ωρίμανση των εργαζομένων, εκφράζεται στην καθημερινότητα, με την εμπιστοσύνη τους, την αναγνώριση των αγώνων του, τη βοήθεια που δίνουν στο Κόμμα με διάφορες μορφές.

Μέσα από αυτήν τη σχέση εκδηλώνεται η εκτίμηση των λαϊκών μαζών που τρέφουν στο πρόσωπό του Κόμματος. Βρίσκει έκφραση το κύρος του Κόμματος ευρύτερα προς τα έξω. Πρέπει να πούμε, όσο δυσάρεστο κι αν είναι, ότι η εκτίμηση των μαζών προς το Κόμμα, το κύρος που εξέπεμπε το Κόμμα προς τις μάζες έπεσαν αμοιβαία. Κι αυτό δείχνει ότι η εργατική τάξη «καταγράφει» συνεχώς. Και δεν ξεχνάει να αποδώσει ευθύνες με την ανάλογη αυστηρότητα. Και οι εκλογές, κατά τη γνώμη μας, το απέδειξαν.

Το τρίτο μέρος της τοποθέτησής μας αφορά την παρερμηνεία ή και την αξιοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος. Νομίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος που προσπαθεί να αξιοποιήσει η ηγεσία του Κόμματος για να αποσείσει τις ευθύνες που έχει. Γι αυτό το λόγο επικαλείται και αποδίδει στις λαϊκές μάζες διαχειριστικές αυταπάτες. Αυτό όμως αποδεικνύει ότι η ηγεσία εξακολουθεί να λειτουργεί για τον εαυτό της και όχι για το Κόμμα.

Ύστερα από την ανάλυση της τοποθέτησης που έχουμε κάνει, παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα που δημοσιεύτηκε στο «Ρ» ως απάντηση. Θα το αφήσουμε ασχολίαστο, και ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα: «Είναι ακριβώς η τακτική του ταξικού αντίπαλου και του οπορτουνισμού, για να κάνουν ζημιά, και με την υπόσκαψη της ενότητας θέλησης και δράσης του ΚΚΕ, που εκφράζεται με διαλεκτική σχέση καθοδηγητικών οργάνων και ΚΟΒ. Επομένως πρόκειται για καραμπινάτη επίθεση στο ΚΚΕ και το Πρόγραμμά του, τη στρατηγική του, στην ΚΕ, το ΠΓ και την ΓΓ της ΚΕ ενιαία, την ίδια στιγμή που έχει ξεδιπλωθεί και είναι ολοφάνερη η εκστρατεία επίθεσης των αστών, των επιτελείων τους, με την ίδια ακριβώς τακτική, δηλαδή επίθεση στην ΚΕ, το ΠΓ και την ΓΓ της ΚΕ ενιαία, για συρρίκνωση και χτύπημα του ΚΚΕ, προκειμένου να χτυπηθεί το εργατικό, το λαϊκό κίνημα. Ακριβώς γιατί προβλέπουν ότι το βάθεμα της κρίσης θα οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις, ότι μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης και θέλουν να την προλάβουν, να χειραγωγήσουν, να την αναχαιτίσουν ανώδυνα για το σύστημα, επιδίωξη που δεν μπορούν να την πετύχουν με ένα ισχυρό ΚΚΕ. Αυτή η ολοένα και πιο μαζική παρέμβαση στο Κόμμα και τη γραμμή του είναι στοιχείο που θέλει να δώσει καίριο πλήγμα στο ΚΚΕ. Και δίνει λαβή στον αντίπαλο για τον ίδιο σκοπό».

Ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει και να διαβάσει και ανάλογα σχόλια πάνω στο ίδιο ζήτημα. Για να διαπιστώσει πως εκείνοι που κράτησαν το στόμα τους κλειστό στις προεκλογικές περιόδους κρατάνε την ίδια στάση απέναντί μας. Μια στάση που οδηγεί στη διάλυση της δομής και της λειτουργίας του Κόμματος.
(ακολουθεί το Γ’ Μέρος)

16/07/2012 

 «ΝέαΣπορά»
Περισσότερα... "