Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Με ποια κριτήρια;


Υπάρχει ένα θέμα με την ιστοσελίδα της ΙΣΚΡΑ. Εξηγούμαστε αμέσως, γιατί δεν θέλουμε να θεωρηθεί ότι παρεμβαίνουμε στα εσωτερικά μιας ιστοσελίδας γνώμης με συγκεκριμένη κατεύθυνση και συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Είναι μια θέση αρχής την οποία, τουλάχιστον εμείς, την τηρούμε παρά το γεγονός ότι έχουμε γίνει στόχος ανοίκειων, για να μην πούμε ανήθικων, επιθέσεων με πολύ αποκαλυπτικά - για το ήθος των συγγραφέων τους, άρθρα και σχόλια.

Ποιο είναι το θέμα;

Η συγκεκριμένη ιστοσελίδα έχει αναδημοσιεύει ορισμένες από τις παρεμβάσεις μελών ή και γνωστών στελεχών του ΚΚΕ, που αφορούν στον προσυνεδριακό διάλογο, με τρόπο επιλεκτικό.

Κάποια στιγμή σταμάτησε να αναδημοσιεύει.

Υποθέσαμε ότι μάλλον θα κατάλαβαν οι διαχειριστές της ΙΣΚΡΑ ότι η επιλεκτική αναφορά σε ορισμένα άρθρα δεν συνάδει με την τήρηση της δεοντολογίας για την ολοκληρωμένη ενημέρωση των αναγνωστών της. Τουλάχιστον θα έπρεπε να εξηγήσει, κυρίως στους δικούς της αναγνώστες, με ποια κριτήρια αναδημοσιεύει τη μία και δεν αναδημοσιεύει την άλλη παρέμβαση. Δεν το έκανε.

Κατά τη γνώμη μας η ΙΣΚΡΑ είχε μία και μοναδική επιλογή. Να δημοσιεύει όλες τις παρεμβάσεις, ασχολίαστες, γιατί η προσυνεδριακή διαδικασία συζήτησης αφορά ένα κόμμα που εκθέτει τις θέσεις του για να καταλήξει στις κεντρικές του προγραμματικές αποφάσεις στο επικείμενο συνέδριό του.

Από εκεί και μετά η ΙΣΚΡΑ είχε και έχει το αναφαίρετο δικαίωμα είτε η ίδια είτε άλλοι σχολιαστές της να τοποθετηθούν, με δική τους ευθύνη, πάνω στις παρεμβάσεις του προσυνεδριακού δημόσιου διαλόγου, να εκφράσουν την όποια γνώμη τους και ενδεχομένως και την προτίμησή τους.

Αυτή η επιλογή θα έδινε τη δυνατότητα στην ΙΣΚΡΑ να παρέμβει ανοιχτά στον προσυνεδριακό δημόσιο διάλογο, να πει και τη δική της γνώμη, να μαθαίνουν όλοι τις θέσεις της, να μην προκαλεί σύγχυση και ερωτηματικά σε σχέση με τα κριτήρια που χρησιμοποιεί και τους στόχους που επιδιώκει με την αναδημοσίευση ορισμένων παρεμβάσεων, που είμαστε βέβαιοι ότι δεν έχει εξασφαλίσει και την ανάλογη συγκατάθεση.

Όλα αυτά γράφονται για να γίνει κατανοητό ότι το ΚΚΕ και ο χώρος που εκφράζει η ΙΣΚΡΑ - στο πλαίσιο του κομματικού χώρου που ανήκει, δεν είναι δύο συγγενικοί χώροι που τροφοδοτούνται μεταξύ τους με οποιονδήποτε τρόπο. Με την έννοια αυτή πρέπει να γίνει απλώς σεβαστό το δικαίωμα των μελών του ΚΚΕ να εκφράσουν την άποψή τους γύρω από μια προγραμματική πρόταση που κατέθεσε η ηγεσία του Κόμματος.

Επομένως δεν πρόκειται, κατ’ αρχήν, για μια διαπάλη υπέρ ή κατά της ηγεσίας του Κόμματος, μια και η αντιπαράθεση στο δημόσιο προσυνεδριακό διάλογο γύρω από το Πρόγραμμα του Κόμματος είναι παραπάνω από εμφανής. Πρόκειται για μια διαπάλη γύρω από το Πρόγραμμα του Κόμματος. Το τι θα κάνουν τα μέλη του ΚΚΕ με την ηγεσία του Κόμματος, το πώς θα σταθούν απέναντί της είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη.

Αν η ΙΣΚΡΑ για λόγους δικούς της, είτε χώρου είτε πολιτικής της επιλογής, δεν ήθελε να αναδημοσιεύσει ολόκληρο τον προσυνεδριακό διάλογο, τότε δεν έπρεπε να αναδημοσιεύει ούτε και κατ’ επιλογήν παρεμβάσεις. Θα διατηρούσε ακέραιο το δικαίωμά της να παρεμβαίνει με τις δικές της απόψεις, τις δικές της κρίσεις και των σχολιαστών της.

Μένουμε σε αυτά, γιατί, και εδώ θα είμαστε ρητοί και πολύ λιτοί, σε μια εποχή που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απολέσει τα όποια ριζοσπαστικά του χαρακτηριστικά και δεν μπορεί να παίξει το ρόλο μιας πραγματικής εναλλακτικής λύσης για τους εργαζόμενους και την πατρίδα μας με τους στρατηγικούς του προσανατολισμούς που έχει υιοθετήσει, ρόλοι «αριστερού συλλέκτη» δεν αρμόζουν. Η ΙΣΚΡΑ οφείλει να ξεκαθαρίσει πρώτα τους δικούς της λογαριασμούς με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ΚΚΕ είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για την εργατική τάξη της χώρας μας, για τον εργαζόμενο λαό γενικότερα, για την ίδια την ελληνική κοινωνία και την πατρίδα μας αλλά και για τα μέλη του και τον κόσμο του. Και αυτό το γεγονός πρέπει να το παίρνουν υπόψη τους όλοι στο πως καθορίζουν την πολιτική τους στάση απέναντί του.

Πάντως από την πλευρά μας θέλουμε να τονίσουμε ότι το Κόμμα μας, το ΚΚΕ, βρίσκεται στην κορύφωση μιας σημαντικής προσυνεδριακής διαδικασίας, στην οποία ούτε εμείς, ως «Νέα Σπορά», θελήσαμε να «εμπλακούμε» με απόψεις και κρίσεις ως προς το περιεχόμενό της. Πολύ περισσότερο δεν θελήσαμε να στήσουμε παράλληλους διαλόγους.

Φυσικά με το τέλος της διαδικασίας του προσυνεδριακού διαλόγου και η «Νέα Σπορά» θα εκφράσει υπεύθυνα τις απόψεις της γύρω από τα θέματα που απασχόλησαν αυτόν το συγκεκριμένο προσυνεδριακό διάλογο, στο πλαίσιο μιας πολιτικής συγκυρίας που τροφοδοτεί συνεχώς τους προβληματισμούς και δοκιμάζει τις πολιτικές επιλογές όλων των πολιτικών χώρων. 

ΝΕΑ ΣΠΟΡΑ
Περισσότερα... "

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Για τη χρεοκοπία της Κύπρου


Τα γεγονότα στην Κύπρο εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα μετά την απόρριψη από την κυπριακή βουλή της δανειακής σύμβασης, που πρότεινε στη τελευταία του συνεδρίαση το Eurogroup, στο πλαίσιο του προγράμματος «διάσωσης» της Κύπρου από την οικονομική κρίση. Συζητούνται ορισμένες εναλλακτικές λύσεις, που, όμως όλες τελούν κάτω από την έγκριση του Eurogroup. Εκεί παραμονεύει ο Β. Σόιμπλε που έχει ήδη τοποθετηθεί, πως λύση χωρίς κούρεμα δεν υπάρχει. Αυτά, τουλάχιστον, διαφαίνονται αυτήν την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές.

Η δανειακή σύμβαση, που εγκρίθηκε από το Eurogroup με τη συμφωνία των δύο κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου και κάτω από την επιμονή της Γερμανίας, Ολλανδίας και Φινλανδίας, πρόβλεπε δάνειο προς την Κύπρο της τάξης των 10δισ ευρώ αλλά, ταυτόχρονα, και το κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων με 6.75% μέχρι 100χιλ. ευρώ και 9.9% για πάνω από 100χιλ. ευρώ, προκειμένου το συνολικό ύψος του ποσού να ανέλθει στα 17δις που απαιτούνται για να αντιμετωπιστεί, κατά πρώτο, η ανακεφαλαιοποίηση των κυπριακών τραπεζών.

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτή η απόφαση του Eurogroup δεν είναι καθόλου τυχαία και ούτε πρόκειται περί λάθους. Το πρόβλημα ξεκίνησε, υποτίθεται, από την επιδίωξη της Γερμανίας να διορθωθεί το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, το οποίο θεωρείται υπέρμετρα διογκωμένο ή «πολύ μεγάλο για να διασωθεί».

Γι αυτό το λόγο η Γερμανία, μας διαβεβαιώνει ο  Β. Σόιμπλε, είχε προειδοποιήσει την προηγούμενη κυβέρνηση της Κύπρου να πάρει μέτρα. Μόνο που στην πράξη αυτά τα μέτρα θα σήμαιναν αλλαγή των όρων προσέλκυσης των ξένων κεφαλαίων, να μην δέχονται οι κυπριακές τράπεζες καταθέσεις, που θεωρούνται κεφάλαια για το κοινώς λεγόμενο ξέπλυμα ή να φορολογηθούν τα υπάρχοντα, γεγονός που θα σήμαινε οι (μέγαλο)καταθέτες να πάρουν τα κεφάλαιά τους και να φύγουν.

Βέβαια, από την πλευρά του προηγούμενου προέδρου της Κύπρου Δ. Χριστόφια υπάρχει κατηγορηματική διάψευση ότι επίσημα είχε προταθεί, συζητηθεί, πολύ περισσότερο είχε γίνει αποδεκτή μια τέτοια σύσταση. Αλλά αυτό, πλέον, δεν έχει και πολύ σημασία μια και τα γεγονότα ήδη τρέχουν και η Κύπρος περνάει πολύ δύσκολες στιγμές, που κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει που ακριβώς θα καταλήξουν.

Οι επίσημες ή ανεπίσημες προειδοποιήσεις της Γερμανίας πήραν, στη συνέχεια, τη μορφή πραγματικής απειλής εκ μέρους της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας ως προς την παροχή ρευστότητας στις κυπριακές τράπεζες. Αμέσως μετά ήρθε η απόφαση του Eurogroup. Το χρονικό διάστημα που εξελίσσονται τα παραπάνω είναι από το Νοέμβρη του 2012 μέχρι σήμερα, που οι προειδοποιήσεις κατέληξαν στη μορφή της δανειακής σύμβασης.

Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας είναι τόσο κυνική ώστε η αντιπροσωπεία της τρόικας στην Κύπρο απειλεί με θρασύτητα την κυβέρνηση: «Ξεχάστε ξένες επενδύσεις και καταθέσεις, τους ξένους επενδυτές και καταθέτες θα τους χάσετε, κοιτάξτε να σώσετε την Κύπρο»!!! Η στάση αυτή μας θυμίζει την ελληνική παροιμία «να σε κάψω Γιάννη μ’, να σ’ αλείψω λάδι». Ουσιαστικά πρόκειται για μια εν ψυχρώ εκτέλεση του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου και της οικονομίας της με πολύ σημαντικές προεκτάσεις για το σύνολο της κυπριακής υπόθεσης. Στο μεταξύ η Κύπρος στην πράξη από την ελεγχόμενη χρεοκοπία έχει μεταπέσει στην άτακτη χρεοκοπία.

Η δικαιολογία, βέβαια, για να προταθεί αυτή η δανειακή σύμβαση, που αφορά στην υπερδιόγκωση του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου, είναι εντελώς προσχηματική, γιατί ο όρος που τοποθετείται απέναντι στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου «too big to fail» δεν αφορά μόνο το δικό της τραπεζικό σύστημα.

Αυτήν τη σκέψη μπορεί κανείς να την επεκτείνει, τα στοιχεία είναι γνωστά σε όλους, και για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που πραγματικά είναι εκρηκτικά υπερδιογκωμένο. Και όμως όλα τα μέτρα που πήραν όλα τα κράτη, και της  Ευρωπαϊκής Ένωσης της ίδιας, σε σχέση με την παγκόσμια οικονομική κρίση, ήταν να διασωθούν πάνω απ’ όλα οι τράπεζες. Και στη χώρα μας αυτό το παιχνίδι το ξέρουμε πολύ καλά με τα πάνω από δύο εκατοντάδες δισ. ευρώ με τα οποία έχουν ενισχυθεί οι τράπεζες της χώρας. Άλλωστε και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν τράπεζες με υπερδιογκωμένο ενεργητικό αλλά δεν τις «πείραξε» κανένας.

Παραπέρα θα πρέπει να επισημανθεί ότι η επιλογή των κυπριακών κυβερνήσεων να μετατραπεί η Κύπρος σε διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο δεν τελούσε εν αγνοία των ιθυνόντων κύκλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στηριζόταν πάνω στο νομισματικό σύστημα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι τα προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου προκύπτουν από τη στιγμή που γίνεται το γνωστό κούρεμα στα κρατικά ομόλογα της Ελλάδας στο πλαίσιο των μνημονίων και των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων που υπέγραψε η χώρα μας με την τρόικα. Οι κυπριακές τράπεζες είχαν αγοράσει σημαντικό αριθμό ελληνικών κρατικών ομολόγων και υπολογίζεται ότι οι απώλειες που υπέστησαν είναι πάνω από 5δισ ευρώ, δηλαδή το 25% του ΑΕΠ της Κύπρου. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε η «τραπεζική τρύπα» και η ανάγκη για την ανακεφαλαιοποίηση των κυπριακών τραπεζών.

Η αγορά των ελληνικών κρατικών ομολόγων και η δημιουργία τραπεζικών υποκαταστημάτων εκτός Κύπρου ήταν μια επένδυση στο πλαίσιο της επέκτασης του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου. Επέκταση που για κάθε τραπεζικό σύστημα και για κάθε χώρα θεωρείται φυσική συνέχεια της ίδιας του της ύπαρξης, πολύ περισσότερο τώρα που τα κεφάλαια διακινούνται ελεύθερα.

Οικονομικοί σχολιαστές αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η Κύπρος είχε ανάγκη από 17δισ ευρώ, ενώ της παρέχονται μέσα από τη δανειακή σύμβαση μόνο τα 10δισ ευρώ. Για τα υπόλοιπα 7δισ ευρώ θα πρέπει να «βάλει χέρι» υποχρεωτικά - είναι όρος της απόφασης του Eurogroup, στις τραπεζικές καταθέσεις του δικού της τραπεζικού συστήματος, που πρακτικά σημαίνει να βάλει χέρι στα ρώσικα κεφάλαια που αποτελούν, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, το πιο σημαντικό τμήμα των τραπεζικών καταθέσεων στην Κύπρο. Περίπου 40δισ ευρώ. Οι ίδιοι οικονομικοί σχολιαστές θεωρούν ότι το ποσό των 17δισ ευρώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσό και θα μπορούσε να έχει δοθεί (πολύ περισσότερο που ήταν ανοιγμένο στο χρόνο) και να μην υπάρχει καθόλου αυτή η εξέλιξη στην οποία βρίσκεται σήμερα η Κύπρος. Η δικαιολογία, που προβάλλεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ότι η Κύπρος δεν θα μπορούσε να «σηκώσει» το βάρος των 17δισ.

Ουσιαστικά, δηλαδή, ομολογείται ότι η απόφαση του Eurogroup ήταν μια καλά υπολογισμένη κίνηση για να φέρει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα που έφερε. Ήδη, δηλαδή, εκ των πραγμάτων, τα κεφάλαια αυτά που είναι κατατεθειμένα στις κυπριακές τράπεζες ή θα πρέπει να αναζητήσουν άλλη «στέγη», οπότε, τότε, δεν θα παίξει κανένα ρόλο η υπερδιόγκωση του τραπεζικού συστήματος της χώρας που θα τα φιλοξενήσει, πολύ περισσότερο, αν αυτό το τραπεζικό σύστημα είναι του Λουξεμβούργου π.χ. (μια χώρα καθαρά «τραπεζική») ή κάποιας άλλης χώρας φίλιας προς τη Γερμανία ή και της ίδιας της Γερμανίας, ή θα πρέπει να δεχτούν το χαράτσωμα του 9.9%, οπότε, τότε, το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου θα επιμεριστεί και στα ρώσικα κεφάλαια, τα οποία έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να μεταναστεύσουν, γιατί η Κύπρος έτσι κι αλλιώς θα πάψει πλέον να είναι ένας τραπεζικός «παράδεισος». Ήδη η Ρωσία προσπαθεί να επαναπατρίσει αυτά τα κεφάλαια.

Το «καθάρισμα», λοιπόν, του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου και η κατ’ επίφαση εξυγίανσή του δεν αφορά  στην τραπεζική συμπεριφορά της Κύπρου σε ρόλο πλυντηρίου ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος, πολύ περισσότερο δεν αφορά στην οικονομική σημασία της Κύπρου που αποτελεί μόλις το 0.2 της οικονομίας της ευρωζώνης, αλλά, μέσα από το άμεσο χτύπημα των ρωσικών κεφαλαίων, αφορά στο γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό παιχνίδι της περιοχής, που περιλαμβάνει πάνω απ’ όλα τα ενεργειακά αποθέματα και τον έλεγχό τους και που για αυτά τα αποθέματα είχε δείξει ενεργό ενδιαφέρον και η Ρωσία.

Το πως θα εξελιχθούν και που θα καταλήξουν ακριβώς τα πράγματα στο ευρύτερο πεδίο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή και τι επιπτώσεις θα έχουν στην υπόθεση της Κύπρου, όχι μόνο από οικονομική άποψη, αυτό απομένει να το δούμε. Κατά τη γνώμη μας οι εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί και στο πλαίσιο αυτό δεν είναι χωρίς σημασία η τοποθέτηση Οτσαλάν για μονομερή κατάπαυση του πυρός από τις δυνάμεις των Κούρδων ανταρτών, για απόσυρσή τους στο Κουρδικό τμήμα του Ιράκ και για αναζήτηση πολιτικής λύσης.

Νομίζουμε ότι η κίνηση Οτσαλάν, που σαφώς έχει γίνει με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας, αποτελεί το προανάκρουσμα για αυτές τις εξελίξεις, που βέβαια δεν είναι άσχετες με τα ενεργειακά αποθέματα της ευρύτερης περιοχής. Με την έννοια αυτή οπωσδήποτε θα πρέπει να περιμένουμε και σημαντικές πολιτικές εξελίξεις και στην ίδια την Κύπρο.

Από την άποψη αυτή η απόφαση του Eurogroup, που εξουθενώνει οικονομικά την Κύπρο και την ρίχνει στην άμεση χρεοκοπία, δεν είναι δείκτης μόνον των γρήγορων εξελίξεων που θα πρέπει να αναμένονται, αλλά και του είδους των ανακατατάξεων που πρόκειται να γίνουν και που ασφαλώς θα σφραγίσουν και την επίλυση του κυπριακού προβλήματος στην πολιτική του πτυχή.

Ο Κυπριακός λαός είχε δώσει ενάντια στο σύνολο, σχεδόν, των κυπριακών πολιτικών δυνάμεων μια ηρωική μάχη για να μην περάσει το σχέδιο Ανάν. Τώρα όρθωσε ξανά το ανάστημά του σε μια απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τον καταδικάζει στην οικονομική χρεοκοπία. Απ’ ότι φαίνεται θα έχει να δώσει νέες μάχες και του αξίζει την αλληλεγγύη μας και την άμεση αγωνιστική βοήθειά μας.

Η κυβέρνηση της Ελλάδας αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας δεν στέκονται στο πλευρό του Κυπριακού λαού. Η κυβέρνηση τάχτηκε υπέρ της απόφασης του Eurogroup και αυτή τη στιγμή περισσότερο ενδιαφέρεται για τα κυπριακά τραπεζικά υποκαταστήματα και για το που θα καταλήξουν. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ με τις θέσεις που εξέφρασαν έβαλαν το όριο της λύσης στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Κύπρος, άρα τοποθέτησαν και το όριο των πολιτικών πρωτοβουλιών που θα πρέπει να αναληφθούν. Λύση εντός ευρώ, που είναι η θέση τους, σημαίνει την άμεση καταδίκη της Κύπρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δεσμευμένος και αυτός από τον ευρωενωσιακό του προσανατολισμό, αδυνατεί να προσφέρει μια ουσιαστική λύση για την Κύπρο, πέρα από τα αναμασήματα περί ισχυρής διαπραγμάτευσης.

Αυτό που αποδείχτηκε από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση - υπόψη ότι η Κύπρος πριν ενταχτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η μόνη χώρα που πληρούσε τα κριτήρια του Μάαστριχτ από τις υποψήφιες χώρες για ένταξη, είναι ότι ούτε το εθνικό της πρόβλημα επιλύθηκε αλλά και οδηγήθηκε στην οικονομική χρεοκοπία, γεγονός που θα σφραγίσει και την επίλυση του εθνικού ζητήματος, αν δεν αναληφθούν γρήγορες και αποφασιστικής σημασίας αποφάσεις.

Η μόνη λύση που έχει μπροστά της η Κύπρος είναι η δρομολόγηση της αποδέσμευσης από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αναζήτηση διεθνούς στήριξης, που θα συντελέσει στο ξεπέρασμα των οικονομικών της προβλημάτων, πολύ περισσότερο να τη στηρίξει στην επίλυση του εθνικού ζητήματος, μπροστά και στις αλλαγές που πρόκειται να έρθουν στην περιοχή. Στην κατεύθυνση αυτή η κινητοποίηση του Ελληνικού λαού στο πλευρό του Κυπριακού λαού είναι καθήκον άμεσης προτεραιότητας. Από κοινού οι δύο λαοί θα αγωνιστούν για τον ίδιο στόχο.

Στην υλοποίηση του κοινού στόχου το μόνο κόμμα που μπορεί να κινητοποιήσει αποφασιστικά τον Ελληνικό λαό είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι και το ίδιο θα απαλλαγεί από τη λαθεμένη του θέση για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με λαϊκή εξουσία. Με τις εξελίξεις στην Κύπρο αποδείχτηκε πλέον πολύ καθαρά σε ποια κατεύθυνση πρέπει να αναπτύξει τη δράση του και το ίδιο το ΚΚΕ, γεγονός που δεν μπορεί να το αγνοεί για πολύ ακόμα η ηγεσία του Κόμματος. Η αποδέσμευση είναι ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Διαφορετικά τίποτα το καλό δεν προοιωνίζεται για την Κύπρο και τις ευθύνες θα τις μοιραστεί, μαζί με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, και το ίδιο το ΚΚΕ.
Περισσότερα... "

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Περί εξάρτησης ο λόγος…


Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του γνωστού δημοσιογράφου Χρήστου Πασσαλάρη από το enikos.gr του Ν. Χατζηνικολάου. Το άρθρο έχει ημερομηνία δημοσίευσης 12/03/2013.

TΕΡΜΑ, ΟΧΙ ΑΛΛΗ  ΚΑΤΟΧΗ!...
Σήμερα ,αύριο και μεθαύριο ,σε αυτό το «τριήμερο της φωτιάς», θα ιδούμε κατά πόσο ο Ελληνας πρωθυπουργός ξέρει να σηκώνει κεφάλι  και να κερδίζει μάχες  από τους ξένους «προστάτες» (διάβαζε «κατακτητές») στα νύχια των οποίων έριξαν τη δόλια πατρίδα οι προκάτοχοί του, με κορυφαίο ένοχο τον Γεώργιο Παπανδρέου…
Σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς θα συναντηθεί με τους εδώ τροϊκανούς που επιμένουν στις απαράδεκτες  θέσεις τους  για απολύσεις  25.000 δημοσίων υπαλλήλων και παράταση του «χαρατσιού»  μέχρι τέλους του 2013. Αύριο και μεθαύριο θα δώσει μικρές ή μεγάλες μάχες στη σύνοδο κορυφής των  Βρυξελλών για  γενναίο κούρεμα του δημοσίου χρέους και για ειδική μεταχείριση της Ελλάδας όπως συνέβη με την υπερχρεωμένη Γερμανία στη δεκαετία του 1950.Πολύ περισσότερο που στην καμπούρα της έγιναν λανθασμένα πειράματα ,με αποτέλεσμα τη σημερινή θανατερή εικόνα της.
Ο πρωθυπουργός οφείλει να πάει στο άντρο των δανειστών μας όχι ως «Νενέκος» αλλά ως ηγέτης που εκφράζει τον πόθο ΟΛΩΝ των Ελλήνων για λύτρωση από την ξένη .Και στο αεροπλάνο ας ξεφυλλίσει την ιστορία για να θυμηθεί ότι σαν σήμερα, στις 12 Μαρτίου του 1947,η Αμερική παρελάμβανε από την εξαντλημένη  Βρετανία τον «έλεγχο» ( διάβαζε την «κατοχή») της αιματοκυλισμένης Ελλάδας. Ηταν η μέρα που ο τότε πρόεδρος Χάρη Τρούμαν εξήγγειλε το ομώνυμο δόγμα του με το οποίο «αγόραζε» την Ελλάδα αντί 300.000.000 δολαρίων, με στόχο να την αποσπάσει από την υπαγωγή της στο σταλινικό  μπλοκ…
Ήταν η πρώτη μέρα του ψυχρού πολέμου που κράτησε 42 χρόνια. Και που εκπέμπει στον πρωθυπουργό  και σε ολόκληρη την πολιτική ηγεσία μας την πανελλήνια επιταγή: ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΚΑΤΟΧΗ !...

Είναι απολύτως προφανές ότι το παραπάνω άρθρο του δημοσιογράφου Χρήστου Πασσαλάρη, ο οποίος για δεκαετίες εθήτευσε - ως δημοσιογραφικό στέλεχος, σε διάφορες αστικές εφημερίδες,  δεν μπορεί να εκφράζει τη «Νέα Σπορά». Είναι μια άλλη αντιμετώπιση ενός πολύ σοβαρού θέματος, αυτού της εξάρτησης της χώρας μας, που ποτέ δεν έφυγε από την επικαιρότητα και που σταθερά απασχολεί το Κομμουνιστικό Κίνημα της χώρας μας και ευρύτερα την Αριστερά, ενώ τροφοδότησε πολύ ισχυρές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του τόπου.  
Ως προς τι, τότε, η αναδημοσίευση από την πλευρά μας;
Πρώτο: Ο Χρήστος Πασσαλάρης αναγνωρίζει ανοιχτά, κυνικά θα λέγαμε, ότι η χώρα μας ήταν «οικόπεδο» του βρετανικού ιμπεριαλισμού και πέρασε, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, στην «ιδιοκτησία» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, με βάση το δόγμα που είχε εξαγγείλει ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρη Τρούμαν - και έκτοτε φέρει το όνομά του, αντί αντιτίμου 300 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνο και μόνο για να μην ενταχθεί η χώρα μας στο σοσιαλιστικό σύστημα.
Δεύτερο: Η τοποθέτηση του συγκεκριμένου δημοσιογράφου είναι ιδιαιτέρως εφυής. Αναγνωρίζει, από τη μια την εξάρτηση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, που ο ίδιος φτάνει να τη χαρακτηρίζει και ως «κατοχή», από την άλλη καλεί τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά να επιδείξει σθένος και να αντιμετωπίσει τους δανειστές της χώρας μας όχι ως Νενέκος για να λυτρωθούν οι Έλληνες από τη ξένη κατοχή! Εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζει ότι υπήρξαν και πρωθυπουργοί νενέκοι. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι μέσα από την καταγγελία της εξάρτησης, που ανανεώθηκε με την αλλαγή βάρδιας για την παγκόσμια κυριαρχία ανάμεσα στις αναδυόμενες ΗΠΑ και την «εξαντλημένη» Βρετανία, δεν λέγεται τίποτα για το βάθεμα της εξάρτησης της χώρας μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για το γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πρωτοφανές ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας της, που, αν μη τι άλλο, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της εξάρτησης.     
Τρίτο: Φαίνεται πως η αστική τάξη της χώρας μας έχει πλήρη συναίσθηση για το «που έχουν φτάσει τα πράγματα». Αναζητάει το χαμένο της σεβασμό για όσα με τη θέλησή της έχουν πραγματοποιηθεί και μας έφεραν στη χρεοκοπία ως χώρα και που την ίδια στιγμή την έχουν φέρει σε δεινή θέση, ακόμη να υποχρεωθεί να υποστεί και τη μερική της καταστροφή. Μπορεί ακόμη μέσα από την καταγγελία της «παλιάς» εξάρτησης, που τη «δικαιολογούσε» η παγκόσμια αντιπαράθεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό και τα αποτελέσματα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, να επιδιώκει να νομιμοποιήσει τη «νέα» εξάρτηση, αυτή που δεν μπορεί να αποφύγει, και πάλι με τη θέλησή της, αναζητώντας και ελάχιστα ψήγματα περηφάνιας για να ανατροφοδοτήσει τη μακροχρόνια τραυματισμένη περηφάνια του ελληνικού λαού. Για αυτό υψώνει τη φωνή και καταδικάζει στεντόρεια τη ξενική κατοχή, αυτή που ήθελε και που χωρίς αυτή δεν θα επιζούσε.
Τέταρτο: Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, εάν αυτή η καταδίκη της εξάρτησης και η καταγγελία της κατοχής θα γινόταν αν υπήρχε ακόμη σήμερα η Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλιστικό σύστημα γενικότερα. Αυτή, όμως, είναι μια υπόθεση που ποτέ δεν πρόκειται να επαληθευτεί, γιατί η Ιστορία μας ξεστράτισε ως Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα και μας επεφύλαξε τις δραματικές ανατροπές του ’89 και έτσι έδωσε τη δυνατότητα σε όλους εκείνους που απολογούνταν για λογαριασμό της αστικής τάξης να επιχαίρουν σήμερα για το τέλος του «Ψυχρού Πολέμου», 42 χρόνια μετά την αναγγελία του δόγματος Τρούμαν, που έδεσε την Ελλάδα για τα καλά στα δεσμά της εξάρτησης, αυτής της εξάρτησης που καταγγέλλουν σήμερα. Την ίδια στιγμή τολμούν και παρουσιάζουν το «τέλος» του ψυχρού πολέμου, ως εικόνα αλλά και ουσία, ως δικό τους κατόρθωμα με τα χρώματα, τους ήχους αλλά και τις πολιτικές διαστάσεις που αυτοί επιθυμούν, κρύβοντας, σαφώς, κάτω από τη «λαμπρότητα» της επιτυχίας τους, τη σταθερή τους επιδίωξη για το τέλος της ταξικής πάλης. Αλλά, όπως είναι προφανές, για τη δική του ήττα το Κομμουνιστικό Κίνημα δεν μπορεί να μέμφεται τον αντίπαλό του, που, λογικά, άδραξε την ευκαιρία για το ξαναγράψιμο της Ιστορίας και για την παρουσίασή της κατά το πώς τον βολεύει.
Πέμπτο: Αυτή η επιστροφή, όμως, για πολύ σημαντικά γεγονότα, που γνώρισε η χώρα μας στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, αυτή η αναλαμπή ειλικρίνειας, δίνουν τη δυνατότητα να εξαχθούν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για την εξάρτηση, πολύ περισσότερο που αυτή ομολογείται και αποδίδεται ακόμη και με τη διάσταση της ξενικής κατοχής, από έναν παλιό και έμπειρο δημοσιογράφο «της άλλης πλευράς», που έχει επίγνωση της κατάστασης, των πολιτικών εξελίξεων και που τις έζησε από κοντά. Και το κυρίαρχο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είναι εξαρτημένος, το πολιτικό σύστημα της χώρας σφραγίστηκε από την εξάρτηση και ότι η πορεία της χώρας μας σημαδεύτηκε από αυτήν.
Έκτο: Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί και η σημερινή πορεία της χώρας μας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια και έχουμε πολύ χειροπιαστά δείγματα, εκφράσεις της εξάρτησης της χώρας μας. Ακόμη και το εάν τα χαράτσια, που έχει επιβάλει η κυβέρνηση, θα συνεχίσουν να υπάρχουν, εάν θα πληρώνονται με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ ή όχι τελεί υπό την έγκριση της τρόικα! Για να μη μιλήσουμε για τα μνημόνια, για τις δανειακές συμβάσεις και για όλες τις πράξεις υποτέλειας που έχει υπογράψει η κυβέρνηση με τη θέλησή της και έχει αποδεχθεί με τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Έβδομο: Μια και ο Χρήστος Πασσαλάρης καλεί τον πρωθυπουργό της χώρας να αντιμετωπίσει τους δανειστές της χώρας μας αλλά και τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πολιτική κατεύθυνση του «τέρμα, όχι άλλη κατοχή», τελικά, η εξάρτηση εμφανίζει και μια άλλη πτυχή στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Αφού η εξάρτηση είναι το καθεστώς που διέπει τις διεθνείς σχέσεις της χώρας μας κάθε πολιτική πράξη αντιμετώπισης των ακραίων της μορφών παρουσιάζεται ως πράξη πολιτικής αντίστασης, αρετής και περηφάνιας αυτών που την επιχειρούν! Μόνο που το παιχνίδι αυτό είναι προ πολλού σημαδεμένο, γιατί η αντίφαση είναι προφανής. Αυτοί που αποδέχθηκαν ένα καθεστώς εξάρτησης για τη χώρα μας δεν μπορεί να παρουσιάζονται και ως οι αντιστασιακοί αγωνιστές ενάντια στην εξάρτηση! Δεν είναι απλώς μια υπερβολή είναι μια καταφανής υποκρισία.
Όγδοο: Το Κόμμα μας αυτήν την περίοδο βρίσκεται στη διαδικασία του προσυνεδριακού διαλόγου για το 19ο Συνέδριό του. Ήδη το ζήτημα της εξάρτησης, και όχι μόνο αυτό, έχει καταστεί θέμα ιδεολογικής διαπάλης. Οι «Θέσεις» έχουν διαφοροποιήσει εμφανώς τη θέση του Κόμματος για την εξάρτηση, σε σχέση με τη θέση που υπήρχε στο Πρόγραμμα του Κόμματος, που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο. Το ζήτημα είναι ότι την υποβαθμίζουν φανερά.
Το αναπόφευκτο ερώτημα είναι: Όταν δημοσιεύματα, όπως αυτό του Χρήστου Πασσαλάρη, εμφανίζουν την εξάρτηση ακόμη και ως ξενική κατοχή, δηλαδή, επιφυλάσσουν στη χώρα μας μια θέση «αγκιστρωμένου ψαριού», υποτελούς χώρας, χώρας προτεκτοράτου σε σχέση με τον ιμπεριαλισμό. Όταν η μαρτυρία, με την ανάλογη ιστορική αναφορά και βαρύτητα, παρουσιάζεται από «την άλλη πλευρά», που δεν έχει κανένα συμφέρον να αυτοαποκαλύπτεται και να αυτομαστιγώνεται, τότε, απέναντι σε αυτό το γεγονός η ηγεσία του Κόμματος τι έχει να αντιτάξει και πως σκέφτεται να αντιδράσει ως προς τις πολύχρονες προσπάθειες που κατέβαλε να διαφοροποιήσει τη θέση του Κόμματος για την εξάρτηση;
Γιατί το ζήτημα της εξάρτησης είναι θεμελιώδες. Συμπαρασύρει μαζί του την ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό, τη θέση της χώρας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, το πώς οικοδομούνται οι διεθνείς της σχέσεις - οικονομικές, πολιτικές διπλωματικές, στρατιωτικές, τη θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά συνέπεια τη θέση για την αποδέσμευση από αυτήν και τέλος αφοπλίζει την ηγεσία του Κόμματος από κάθε επιχείρημα για την αλληλεξάρτηση. Υπάρχει και μια άλλη πλευρά…
Αναδεικνύεται με την εξάρτηση και η σημασία, ο ρόλος αλλά και η θέση ορισμένων αστικοδημοκρατικών αιτημάτων στην πολιτική πάλη, όπως είναι τα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, της δημοκρατίας, των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων, της στρατιωτικής απεξάρτησης και του ΝΑΤΟ κ.α, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της δράσης του εργατικού κινήματος, στη δράση της εργατικής τάξης, ευρύτερα του λαϊκού κινήματος, στην εφαρμογή μιας μετωπικής πολιτικής και τακτικής που αφορούν και τις αντίστοιχες κοινωνικές δυνάμεις που τη στηρίζουν, στις συμμαχίες.
Εμείς, μέχρι τώρα, δεν «κατορθώσαμε» να πείσουμε την ηγεσία του Κόμματος με την επιχειρηματολογία που αναπτύξαμε για την ορθότητα και την εγκυρότητα των θέσεών μας. Μήπως είναι καιρός να πειστεί η ηγεσία του Κόμματος από τον ίδιο τον αντίπαλο; Έστω και με τη διαμεσολάβηση του Χρήστου Πασσαλάρη και όσων άλλων εμφανίστηκαν αυτόν τον καιρό στο ίδιο μήκος κύματος ή περίπου στο ίδιο!…
Περισσότερα... "

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Είναι δυνατόν;


Και όμως είναι δυνατόν!

Παραθέτουμε το μονόστηλο με το οποίο η διεύθυνση του «Ριζοσπάστη» ανήγγειλε το θάνατο του Προέδρου Ούγκο Τσάβες στον «πάτο» της 22ης σελίδας των «Διεθνών»!

«ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Πέθανε ο Πρόεδρος Τσάβες

ΚΑΡΑΚΑΣ.--

Αργά χτες βράδυ ανακοινώθηκε από τον αντιπρόεδρο της χώρας Νικολάς Μαδούρο, ο θάνατος του Προέδρου της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες Φρίας. Ηταν το αποτέλεσμα της επιδείνωσης των αναπνευστικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα, μετά την τέταρτη κατά σειρά εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε στην Κούβα στις 11 Δεκέμβρη για την αντιμετώπιση των κακοηθών καρκινικών όγκων.

Ο Ούγκο Ραφαέλ Τσάβες Φρίας, πρώην στρατιωτικός και από το 1999 πρόεδρος της Βενεζουέλας γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1954. Εξελέγη για πρώτη φορά το Δεκέμβρη του 1998 ενώ μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος επανεξελέγη το 2006 αλλά και τον περασμένο Δεκέμβρη.

Κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων που βρισκόταν στην εξουσία, στη Βενεζουέλα πάρθηκαν ορισμένα μέτρα που οδήγησαν στην άμβλυνση της ακραίας φτώχειας. Αντιμετωπίστηκε το θέμα του τεράστιου αναλφαβητισμού, σημαντικές ελλείψεις στη δημόσια Υγεία, με τη βοήθεια της σοσιαλιστικής Κούβας. Η Βενεζουέλα στήριξε την Κούβα ενώ συμμετείχε και σε διάφορες καπιταλιστικές ολοκληρώσεις στη Λατινική Αμερική. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τσάβες δε συγκρούστηκε με το ντόπιο κεφάλαιο.

Σημαντική στιγμή στην πορεία του Τσάβες και της χώρας, ήταν η συνένωση του λαϊκού κινήματος με το στρατό, που κατάφεραν να ανατρέψουν το πραξικόπημα που στήθηκε στη χώρα τον Απρίλη του 2002, από τη ντόπια αστική τάξη, σε συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό».

Φανερή, για να μην πούμε κραυγαλέα, και εσκεμμένη υποβάθμιση της είδησης του θανάτου του Προέδρου Ούγκο Τσάβες, που στη σελιδοποίηση μπαίνει κάτω και από την λίστα «ΦΟΡΜΠΣ» στην 22η σελίδα της εφημερίδας, στα διεθνή θέματα, ως ένα κοινό διεθνές ζήτημα!

Έκανε λάθος η διεύθυνση του «Ρ»;  Σαφώς όχι! Η τοποθέτηση του θέματος είναι ανάλογη της πολιτικής εκτίμησης που έτρεφε η ηγεσία του Κόμματος για τον Ούγκο Τσάβες και την πολιτική του! Αυτήν την εκτίμηση τη γνωρίσαμε και στις αναλύσεις που γίνονταν για την κατάσταση στη Βενεζουέλα. Μας είναι οικεία.

Όμως η διεύθυνση του «Ρ» δεν τα υπολόγισε σωστά. Κατακλείστηκε το τηλεφωνικό κέντρο της εφημερίδας από συντρόφους αναγνώστες που διαμαρτύρονταν έντονα για την απαράδεκτη υποβάθμιση που έγινε, γεγονός που αποκαλύπτει το πόσο απέχει η ηγεσία του Κόμματος από την ίδια τη βάση του Κόμματος, από τις σκέψεις της και τα συναισθήματά της.

Η διεύθυνση του «Ρ» αναγκάστηκε να επανέλθει και να ζητήσει συγγνώμη. Παραθέτουμε την επανόρθωση:

«Σοβαρή παράλειψη

H Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη» ζητάει συγγνώμη από τους αναγνώστες της εφημερίδας που στο χτεσινό φύλλο παρέλειψε την αναφορά του θανάτου του Προέδρου της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες στην πρώτη σελίδα αν και πρόλαβε να έχει την είδηση που ανακοινώθηκε αργά την νύχτα στις μέσα σελίδες. Ο «Ριζοσπάστης», σαν όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ, στάθηκε πάντα αλληλέγγυος στον αγώνα του λαού της Βενεζουέλας, τόσο στην προσπάθεια να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας όσο και να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και τις διαρκείς προσπάθειες καταπάτησης της λαϊκής θέλησης από την ντόπια αντίδραση».

Μετά τη συγγνώμη πολλοί σύντροφοι μονολόγησαν και είπαν «ευτυχώς, τους έκοψε»!

Ευτυχώς λέμε και εμείς, που η διεύθυνση κατάλαβε και επανόρθωσε. Αλλά αυτή η επανόρθωση δεν αλλάζει καθόλου την ουσία των πραγμάτων, γιατί, αφενός, το απαράδεκτο ολίσθημα έγινε, αλλά και γιατί, αφετέρου – και αυτό είναι το σημαντικότερο, οι πολιτικές εκτιμήσεις της ηγεσίας του Κόμματος εξακολουθούν να υπάρχουν. Και υπάρχουν κόντρα στον αντιμπεριαλιστικό αγώνα τόσο του ίδιου του Ούγκο Τσάβες όσο και του λαού της Βενεζουέλας, που εξέφρασε με κάθε τρόπο την οδύνη του για τον πρόωρο χαμό του Προέδρου του.

Την ίδια ώρα που ο λαός της Βενεζουέλας θρηνούσε για τον Ούγκο Τσάβες, στις πλούσιες συνοικίες της πρωτεύουσας της Βενεζουέλας γλεντούσαν, χόρευαν, ανοίγανε σαμπάνιες και τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων έδιναν και έπαιρναν σε ένα ολονύκτιο πάρτι εκδήλωσης μίσους για τον Ούγκο Τσάβες και χαράς για το θάνατό του!

Και τα γράφουμε όλα αυτά, γιατί αναρωτιόμαστε αν η διεύθυνση του «Ρ» και η ηγεσία του Κόμματος κατάλαβαν κάτι από την ουσία των πραγμάτων. Αν κατάλαβαν πως το ουσιαστικό ζήτημα δεν ήταν, μόνο, η 1η ή 22η σελίδα της εφημερίδας, γιατί για αυτό απολογείται η διεύθυνση του «Ρ». Αν κατάλαβαν ότι ουσιαστικό ζήτημα είναι, με αφορμή τα θλιβερά γεγονότα στη Βενεζουέλα, και ότι οι εξελίξεις σε αυτή τη μακρινή χώρα σχετίζονται με το πως αντιμετωπίζουμε και με το τι συζητάμε εμείς, ως ΚΚΕ, για το Πρόγραμμα του Κόμματος, για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο.

Παίρνοντας υπόψη ότι το ΚΚ Βενεζουέλας στηρίζει την κυβέρνηση στην οποία ηγείτο ο Ούγκο Τσάβες στη βάση του αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού προγράμματος που εφάρμοζε, που βεβαίως αυτό το πρόγραμμα θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό και χωρίς ταλαντεύσεις αν η εργατική τάξη της Βενεζουέλας έπαιζε πιο αποφασιστικό ρόλο και το κόμμα της, το ΚΚ Βενεζουέλας, ήταν πιο ισχυρό. Παρ’ όλα αυτά αναδεικνύεται η δυνατότητα ύπαρξης και σχηματισμού του ΑΑΔΜ, το οποίο, φυσικά θα έχει και τη δικιά του κυβέρνηση.

Επομένως, παράλληλα, αναδεικνύεται ότι τα δημοσιεύματα του «Ρ» ότι «η κυβέρνηση Τσάβες δε συγκρούστηκε με το ντόπιο κεφάλαιο» βλέπουν με άλλη θεώρηση τις εξελίξεις τόσο στη Βενεζουέλα όσο και στη χώρα μας, για αυτό το λόγο η είδηση του θανάτου του Ούγκο Τσάβες καταχωνιάστηκε στην 22η σελίδα και η συγγνώμη αφορά την 1η ή την 22η σελίδα της εφημερίδας.

Για αυτό το λόγο ο «Ρ» - επί της ουσίας, παρακάμπτει το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Ούγκο Τσάβες, και ο ίδιος, ήταν στο ‘‘μάτι’’ του ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα του αμερικάνικου, και της ντόπιας ολιγαρχίας.  Τόσο ο ιμπεριαλισμός όσο και η ντόπια ολιγαρχία, επεχείρησαν πραξικόπημα σε βάρος της λαϊκής κυβέρνησης και του ηγέτη της, που δεν πέρασε, ενώ οι λαϊκές δυνάμεις που στήριζαν την κυβέρνηση κέρδισαν αλλεπάλληλες εκλογές.  Αν η κυβέρνηση Τσάβες δεν συγκρούστηκε με την ντόπια ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό, αν ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μια σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, τότε, προς τι το πραξικόπημα και όλος αυτός ο πόλεμος εναντίον του;

Αμφιβάλουμε, παραπέρα αν η διεύθυνση του «Ρ» και η ηγεσία του Κόμματος κατάλαβαν κάτι από το πώς «χειρίστηκαν» το ίδιο θέμα τα αστικά μέσα ενημέρωσης για να μην έρθουν σε ανοιχτή ρήξη με τα αισθήματα του ελληνικού λαού.

Η έπαρση, που είναι η άλλη όψη της (αντ)επαναστατικής δημοκοπίας, είναι πολύ κακός σύμβουλος.
Περισσότερα... "

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Τα λάθη τακτικής της ηγεσίας του Κόμματος κατά την περίοδο των εκλογών του Μάη και Ιούνη Μέρος πέμπτο


11. Έξοδος πριν ή μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση;

Στο τέταρτο μέρος αυτής της σειρά  των άρθρων αποσαφηνίσαμε ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαραίτητη προϋπόθεση, τη χαρακτηρίσαμε μάλιστα ως «εκ των ων ουκ άνευ», για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα μας, γιατί είναι αδύνατον να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο μιας διακρατικής καπιταλιστικής συμμαχίας, στην οποία θα συνυπάρχουν κράτη - μέλη σε διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό αλλά με ενιαίο (ή και διαφορετικό) νόμισμα, ενιαίο δίκαιο, ασφάλεια, εξωτερική πολιτική κλπ.

Επίσης, πρέπει, παραπέρα, να σημειώνουμε ότι είναι αδύνατο να ξεσπάσει η σοσιαλιστική επανάσταση ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός, που, αν συνέβαινε, θα σήμαινε τη μετατροπή μιας διακρατικής καπιταλιστικής συμμαχίας στο σύνολό της σε ένωση σοσιαλιστικών δημοκρατιών, δηλαδή σοσιαλιστικές ΕΠΕ. Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, παρά την ισχυρή και ασφαλή εκτίμηση ότι όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης - και ευρύτερα όλες οι χώρες της Ευρώπης, είναι ώριμες από την άποψη των αντικειμενικών υλικών προϋποθέσεων να περάσουν στο σοσιαλισμό - και ορισμένες από αυτές είναι υπερώριμες.

Οφείλουμε να τονίσουμε και να διευκρινίσουμε ακόμη περισσότερο  αυτήν την πλευρά της παραπάνω εκτίμησης που κάνουμε. Στην Ευρώπη οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί σε τέτοιο επίπεδο που επιτρέπουν το πέρασμα στο σοσιαλισμό τόσο ως συνόλου όσο και ως ομάδας χωρών αλλά και κάθε ξεχωριστής χώρας. Η ανάπτυξη αυτή είναι σαφώς μεγαλύτερη στις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης.

Σε ότι αφορά στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που οικοδομήθηκε ο σοσιαλισμός, η εκτίμηση παραμένει η ίδια, παρά την καταστροφή στις παραγωγικές δυνάμεις που σημειώθηκε με την ανατροπή του σοσιαλισμού και την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Η υλική βάση, που με πολλές θυσίες οικοδομήθηκε στις χώρες αυτές, ήταν σημαντική - αν και συχνά υποτιμάται αυτό το γεγονός, ικανή και σήμερα να στηρίξει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Άλλωστε από μόνο του το γεγονός ότι οικοδομήθηκε στις χώρες αυτές ο σοσιαλισμός αποτελεί ένα «υλικό προηγούμενο», μια αναντικατάστατη εμπειρία, που αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα για το (ξανα)πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού - από μια άλλη σκοπιά τώρα, έστω και σαν αρνητικό αποτύπωμα της κοινωνικής εξέλιξης αυτών των χωρών - έστω και μέσα από την καταστροφή που επέφερε στις παραγωγικές δυνάμεις τους, έρχεται να επιβεβαιώσει την εκτίμηση που κάνουμε για το βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων.  Γιατί ακόμη και αυτή η παλινόρθωση αξιοποίησε και στηρίχτηκε στην υλική βάση που είχε δημιουργήσει ο σοσιαλισμός.

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αυτές τις χώρες αποτελεί ανεξάντλητη πηγή συσσωρευμένης πείρας αλλά και «υλική δύναμη», ιστορικό παράδειγμα, για το πώς  επιχειρήθηκαν να επιλυθούν προβλήματα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, για το πως επιλύθηκαν τα βασικά κοινωνικά προβλήματα των εργαζομένων. Όπως, επίσης,  αποτελεί ένα ιστορικό παράδειγμα μελέτης και εμβάθυνσης στις αιτίες που οδήγησαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού, κατά προτεραιότητα στην υλική βάση και στο πως αυτή επέδρασε στο εποικοδόμημα. Αυτή η μελέτη είναι απαραίτητη στην προσπάθεια για ένα νέο «πέταγμα στους ουρανούς».

Ο βαθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, είναι η βάση που θα στηριχτεί και που επιβάλλει στο κομμουνιστικό κίνημα να αποκαταστήσει μια ενιαία στρατηγική απέναντι στον ευρωπαϊκό μονοπωλιακό καπιταλισμό, απέναντι στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, παίρνοντας υπόψη τις εθνικοκρατικές διαφορές, τις ιδιομορφίες, που πηγάζουν από την εμφάνιση δύο διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, αλλά και από την ύπαρξη της «μνήμης» και αντίστοιχα της διαφορετικότητας στη κοινωνική συνείδηση που αναπτύχθηκε στις χώρες του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού.

Το ταυτόχρονο, όμως, ξέσπασμα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης - και κατ’ επέκταση της Ευρώπης, δεν είναι δυνατό, εξ αιτίας της διαφορετικής ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, με άλλα λόγια, της ανισόμετρης ωρίμανσης της  ταξικής και πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης, της κατανόησης από αυτήν του κοινωνικού και ιστορικού της ρόλου.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι, στις σύγχρονες συνθήκες, οι διαφορές στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα των ξεχωριστών χωρών τείνουν γενικά να αμβλύνονται (για σημαντικούς λόγους: η εργατική τάξη είναι πιο μορφωμένη, η γνώση και η πληροφόρηση διαδίδονται πολύ πιο γρήγορα, υπάρχει  σχεδόν ταύτιση των προβλημάτων μεταξύ των εργαζομένων των διαφορετικών χωρών, οι ιδιομορφίες της κάθε χώρας αποδυναμώνονται ή και παρεκπίπτουν κλπ.). Ταυτόχρονα, όμως, η άρχουσα τάξη προσπαθεί να οξύνει αυτές τις διαφορές και αξιοποιώντας τις σύγχρονες συνθήκες και αναβαθμίζοντας την πολιτική της παρέμβαση.

Παράλληλα η άρχουσα τάξη προσπαθεί με ενιαίο τρόπο να εμποδίζει συνολικά σε όλες τις χώρες την ωρίμανσή του υποκειμενικού παράγοντα. Γι’ αυτό το λόγο υπάρχει και σύμπτωση στην επιχειρηματολογία της. Για τη δικαιολόγηση της λιτότητας από τις κυβερνήσεις των μελών - κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακούγεται σε όλες τις χώρες το ίδιο επιχείρημα: «Εργαζόμαστε λίγο και καταναλώνουμε περισσότερο». Για να περάσουν οι κυβερνήσεις τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων στη Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία κλπ επικαλέστηκαν τη συνηθισμένη κατηγορία ότι «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες», ό, τι ακριβώς και στη χώρα μας. Την ίδια στιγμή κρύβουν επιμελώς τις πραγματικές αιτίες που γεννούν τα σημερινά προβλήματα στους εργαζόμενους.

Παρά, λοιπόν, το γεγονός ότι υπάρχουν οι όροι που συντελούν να ωριμάζει πιο γρήγορα και να συγκλίνει για όλες τις χώρες ο υποκειμενικός παράγοντας, αυτός, όμως, εξακολουθεί να ωριμάζει ανισόμετρα. Και κάτι ακόμη. Μπορεί να υπάρξει και η αντίστροφη τάση. Να δυσκολέψουν οι όροι της συνειδητοποίησης των εργαζομένων, όχι μόνο επειδή η άρχουσα τάξη είναι σε πλεονεκτικότερη θέση, έχει καλύτερη πρόσβαση στα τεχνικά μέσα και εκμεταλλεύεται τις σύγχρονες συνθήκες από καλύτερη θέση αλλά και γιατί μπορεί να εκμεταλλεύεται και ιστορικές συγκυρίες, όπως αυτή που ζούμε σήμερα με το πισωγύρισμα του σοσιαλισμού.

Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που αφορά το κόμμα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη μπορεί, είναι αυτό ιστορικά πιθανό, να μη διαθέτει το αντίστοιχο μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα, που να ανταποκρίνεται στα σύνθετα σύγχρονα καθήκοντα με επάρκεια. Δηλαδή να «θέλει» αλλά να μη «μπορεί».  Πολύ περισσότερο οι συνθήκες χειροτερεύουν όταν το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε συνθήκες κρίσης, όπου, πλέον, απαιτείται μια νέα σπορά για να δώσει ένα νέο φούντωμα δράσης, ανάπτυξης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και ξεσπάσματος νέων επαναστάσεων.

***
Από την άποψη της σοσιαλιστικής προοπτικής στη χώρα μας αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση δύο είναι τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην Ελλάδα που δεσμεύονται γι αυτήν: Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ «από τα μέσα» - δηλαδή, χωρίς αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε καν από το ευρώ και το ΚΚΕ «από τα έξω» - δηλαδή, με αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά αποδέσμευση με σοσιαλιστική επανάσταση.

Πρέπει να πούμε ότι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σοσιαλισμό «από τα μέσα» είναι στην καλύτερη περίπτωση ουτοπική. Δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί εξ αιτίας των αντικειμενικών συνθηκών που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτή η θέση του ΣΥΡΙΖΑ όσο περνάει ο καιρός και κάτω από το φως των σχετικών εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε σχέση με την ίδια τη χώρα μας τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ως ουτοπική. Θα λέγαμε ότι στην κυριολεξία «τινάζεται στον αέρα» από την ίδια την πραγματικότητα. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, επιμένει σε αυτήν τη θέση, παρόλο που υπάρχουν και αντίθετες φωνές στο εσωτερικό του.

Το θεωρητικό υπόβαθρο της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η εμφάνιση και η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι νομοτέλεια, υπέχει θέση νομοτελειακού φαινομένου.

Γι αυτό το λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ και ο πολιτικός χώρος, που, γενικά, αυτοαποκαλείται ανανεωτικός χώρος της Αριστεράς, τάχτηκε από την αρχή υπέρ της δημιουργίας της ΕΟΚ και της μετεξέλιξής της σε Ευρωπαϊκή Ένωση και υπέρ του συνθήματος για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Για τον ίδιο λόγο, επίσης, είναι υπέρ της συμμετοχής της χώρας μας στην ευρωζώνη και κατά της εξόδου τόσο από το ευρώ όσο και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί θεωρεί ότι το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο στο πλαίσιο της Ένωσης και με το ευρώ. Γι’ αυτό και η πρότασή του για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα του δημόσιου χρέους και της χρεοκοπίας είναι να αντιμετωπιστούν συνολικά στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μέτρα που θα αφορούν όλες τις χώρες - μέλη. Πράγμα που είναι αδύνατον.

Αυτή, όμως, η θέση περί νομοτέλειας, αγνοεί και περιφρονεί επιδεικτικά - και για τις συνέπειες που συνεπάγεται - τις τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αγνοεί την ύπαρξη και τη δράση των δύο αντίθετων τάσεων, της τάσης ενότητας και της τάσης διάσπασης, για τις οποίες ήδη έχουμε κάνει λόγο, σε συνδυασμό με το νόμο της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αγνοεί, τέλος, την ιστορική παρακαταθήκη του κομμουνιστικού κινήματος και πάνω απ’ όλα αγνοεί τη θέση του Β. Ι. Λένιν για το «αντιδραστικό» και το «απραγματοποίητο» των ΕΠΕ. Πολύ περισσότερο που κανένας μέχρι σήμερα δεν έχει αποδείξει το εάν η θέση του Β. Ι. Λένιν έχει ξεπεραστεί. Αντίθετα. Όλες οι εξελίξεις που σημειώνονται την υπερασπίζονται.

Αλλά αυτή η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα, έχει και μια άλλη πολύ σοβαρή επίδραση πάνω στην προβληματική του κόμματος αυτού και στον τρόπο ερμηνείας των εξελίξεων - και των οικονομικών και των πολιτικών. Επειδή είναι δέσμιος αυτής της θεωρητικής του επεξεργασίας (και, ταυτόχρονα, κατά τη γνώμη μας, θεωρητικής του ανεπάρκειας) χάνει την ουσία των εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιχειρεί ερμηνείες, οι οποίες δεν στηρίζονται ούτε καν στον αστικό πολιτικό και οικονομικό ρεαλισμό. Έρχεται σε κραυγαλέα απολογητική θέση, που παίρνει το χαρακτήρα  ακόμα και μιας εκχυδαϊσμένης «οραματικής ευρωλαγνείας», που, τελικά, όμως, με αυτόν τον τρόπο, η επεξεργασία αυτή τον ωθεί και τον καταλήγει στο να υπονομεύει και  να καταλύει τα όποια ριζοσπαστικά στοιχεία της πολιτικής του.

Και δεν είναι μόνο ότι έχει συμβιβαστεί η ηγεσία του. Αλλά έχει αλλάξει και ρόλο. Έχει μετατραπεί σε κατήγορο της άρχουσας τάξης. Η ηγεσία του  ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί την άρχουσα τάξη ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά της, ότι με την πολιτική που ακολουθεί η χώρα μας θα «πεταχτεί» εκτός ευρώ. Εμφανίζεται από τη θέση του εγγυητή του «ευρωπαϊκού οράματος» και της υπεράσπισης του ευρώ, παρά το γεγονός ότι το ευρώ ήρθε για να εκφράσει αυτό που είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έχει φτάσει να γίνεται φορέας και αντιδραστικών θέσεων, που τις αντιγράφει από το παρελθόν, από το οπλοστάσιο του αντίπαλου, και που προσβάλλουν τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό, όπως είναι η θέση του για το νέο σχέδιο Μάρσαλ, σε μια προσπάθεια ισορροπιών ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα τα παραπάνω είναι αδιαμφισβήτητα σημάδια μιας πορείας προσαρμογής προς τη διακυβέρνηση, την οποία και διεκδικεί, αλλά την ίδια στιγμή είναι και έκφραση της πίεσης που εξασκεί η αστική τάξη πάνω στα μικροαστικά στρώματα.

Δυστυχώς, ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ, που τον ακολούθησε γιατί τον πίστεψε ή γιατί τον ακολούθησε χωρίς να τον πιστεύει, αλλά έτρεφε μιαν ελπίδα σε αυτόν για τα μεγάλα, καυτά και άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζει, δεν κινδυνεύει απλώς να δει στο ΣΥΡΙΖΑ έναν εναλλακτικό «κυβερνητικό παίχτη» στο πλαίσιο ενός νέου δικομματισμού. Εκδοχή που και αυτή έχει τις δυσκολίες της στην υλοποίησή της.

Κινδυνεύει να δει το ΣΥΡΙΖΑ στη θέση ενός πολιτικού πλυντηρίου που θα ξεπλύνει συνολικά την πολιτική της άρχουσας τάξης, στην πιο δύσκολη στιγμή της, που θα βοηθήσει την άρχουσα τάξη να ξεπεράσει την κρίση και τη χρεοκοπία σε βάρος του ελληνικού λαού. Να μην υπάρξει ουσιαστική διέξοδος για αυτόν.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτήν τη στιγμή ο ελληνικός λαός απορρίπτει κατά 90% και πάνω την εφαρμοζόμενη μνημονιακή πολιτική. Απορρίπτει κατά 60% και πάνω το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτή η θεαματική μεταστροφή του ελληνικού λαού σημειώνεται λίγους μήνες μετά τις πρόσφατες διπλές εθνικές εκλογές του Μάη και του Ιούνη. Είναι ένας σοβαρός λόγος που κάθε εγχείρημα για την επανέκδοση ενός δικομματικού πολιτικού συστήματος μπορεί να αποδειχτεί κακέκτυπο και προπαντός κακός οιωνός για την τύχη του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.  

***
Από την άλλη πλευρά, τώρα, την πλευρά της ηγεσίας του Κόμματος, τα πράγματα φαίνονται να παρουσιάζονται με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Αλλά μόνο φαίνονται…

Η ηγεσία του Κόμματος στην πράξη κατάργησε αυθαίρετα τις επεξεργασίες της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για την ΕΟΚ και την Ευρωπαϊκή Καπιταλιστική Ενοποίηση, που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη του 1993, κατάργησε, στη συνέχεια, τις επεξεργασίες του 15ου Συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε το Μάη του 1996, και του Προγράμματος που ψήφισε. Σε αντίθεση με τις επεξεργασίες αυτές παρουσίασε, πρόσφατα, τη νέα θέση που αναφέρεται στην «αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με λαϊκή εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους». Υποτίθεται ότι η θέση αυτή στηρίζεται στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος.

Αυτή η θέση, στην πράξη, σημαίνει πως πρώτα θα κατακτηθεί η εξουσία, δηλαδή, θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση και μετά  θα επακολουθήσουν η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η διαγραφή του χρέους με μονομερή πρωτοβουλία της επαναστατικής εξουσίας.

Φαίνεται, δηλαδή, ότι με την τοποθέτηση αυτή, η ηγεσία του Κόμματος προσπαθεί να αντιστοιχίσει  την τακτική του Κόμματος στη στρατηγική του, να αποφύγει την οποιαδήποτε ενδιάμεση κατάσταση και να πλησιάσει περισσότερο στο στρατηγικό του στόχο, το σοσιαλισμό.

Η προετοιμασία γι’ αυτήν τη θέση, όπως ήδη αναφέραμε, έχει αρχίσει από το 18ο Συνέδριο. Γι’ αυτό το λόγο το 18ο Συνέδριο τοποθετείται με εντελώς διαφορετικό τρόπο στο ζήτημα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σχέση με όλα τα προηγούμενα Κομματικά Σώματα, αλλάζοντας, ουσιαστικά, την τακτική του Κόμματος και χωρίς να τεκμηριώνει την ανάγκη αυτής της αλλαγής.  Το σπουδαιότερο. Δεν ομολογεί ανοιχτά αυτήν την αλλαγή και τους όρους που την επέβαλαν. Την περνάει «στα μουλωχτά», επί το λαϊκότερο.

Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αποκαλύπτεται και η αντίληψη της ηγεσίας του Κόμματος, από την οποία διακατέχεται, ως προς την κομματική λειτουργία. Αποκαλύπτεται το τι Κόμμα θέλει να οικοδομήσει και ποια σχέση θέλει να έχει η ηγεσία του με τα μέλη του. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα κλασσικό πολιτικό-ιδεολογικό πραξικόπημα, σαν και αυτά που μας είχε συνηθίσει ο Μίμης Ανδρουλάκης. Φέρνει τα μέλη του Κόμματος μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα, χρησιμοποιώντας, ως φύλλο συκής, τον κάθε προσυνεδριακό διάλογο και την τυπική τήρηση των συνεδριακών διαδικασιών. Θυμίζουμε απλώς το πασίγνωστο ότι «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά»…

Παραθέτουμε τη συγκεκριμένη αναφορά:

«Είναι καιρός να σχεδιαστεί - ανάλογα με το μαζικό φορέα - ώστε να προβάλλεται το θέμα της απειθαρχίας, αλλά και της αποδέσμευσης, απεμπλοκής, σε απάντηση στις ουτοπικές και αποπροσανατολιστικές θέσεις για δήθεν “αλλαγή από τα μέσα”.

Στο πεδίο αυτό, είναι ανάγκη να αποκαλυφθούν οι όροι της συμμόρφωσης, της ανισομετρίας, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης και εξάρτησης. Απομυθοποιείται έτσι και η θέση ότι η Ελλάδα είναι μικρή και εξαρτημένη χώρα, γι’ αυτό δεν μπορεί να μπει στην τροχιά της ανάπτυξης προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.

Η θέση ότι η Ελλάδα έχει δυνατότητα να αναπτυχθεί με μια ορισμένη αυτάρκεια, που σημαίνει ανεξαρτησία από τις ιμπεριαλιστικές δεσμεύσεις με την καθοδήγηση της Λαϊκής Εξουσίας πρέπει να εμπεδωθεί. Το ερώτημα, αν μια χώρα μπορεί μόνη της να βαδίσει ένα διαφορετικό δρόμο, καλλιεργεί ψευτοδίλημμα. Η θέση του ΚΚΕ αφορά στο ξεκίνημα της διαδικασίας, τη χρονική περίοδο όπου ωριμάζουν όλες οι συνθήκες, υποκειμενικές και αντικειμενικές, για την ανατροπή σε κάθε χώρα. Αυτή η ανατροπή όπου και να προηγηθεί, στη χώρα μας ή αλλού, θα προκαλέσει επιτάχυνση των εξελίξεων σε άλλες χώρες. Αυτή η Ελλάδα, της Λαϊκής Εξουσίας και Οικονομίας, δε διατρέχει τους κινδύνους που επικαλείται η άρχουσα τάξη. Οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι που επισείει αφορούν πριν απ’ όλα την ίδια και όχι τους εργαζόμενους» (18ο Συνέδριο, Πολιτική Απόφαση, Ντοκουμέντα, σελ. 98).

Δεν πρόκειται να σχολιάσουμε αυτήν τη στιγμή τα πάρα πολλά και πολύ μεγάλης σημασίας πολιτικά ζητήματα στα οποία αναφέρεται το συγκεκριμένο απόσπασμα από την Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου. Θα σταθούμε αποκλειστικά στο ζήτημα που εξετάζουμε εστιάζοντας στο κυρίαρχο συμπέρασμα, που βγαίνει από αυτήν την τοποθέτηση. Η έξοδος από το ΝΑΤΟ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση παραπέμπεται να πραγματοποιηθεί μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Είναι κραυγαλέα φανερό. Το νέο «σχήμα» στην τακτική του Κόμματος, που υιοθετείται στο 18ο Συνέδριο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχήμα που υποκλίνεται «εκόν - άκον» στη νομοτέλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Θέλει - δεν θέλει» η ηγεσία του Κόμματος, με την παραπάνω θέση που «πέρασε» (γιατί έχει σημασία και ο τρόπος που διατυπώνεται) στο 18ο Συνέδριο,  πραχτικά στη ζωή, στις πραγματικές οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αναγνωρίζει και αποδέχεται το νομοτελειακό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμπίπτει κατ’ αυτόν τον τρόπο με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Γίνεται οπαδός της θεωρίας των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων. Με δύο λόγια, δια της πλαγίας, άρρητα, απορρίπτει τη λενινιστική θεωρητική παρακαταθήκη για το ίδιο θέμα.

Γιατί η γενίκευση αυτής της θέσης του 18ου Συνεδρίου αφορά όλες τις χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και γιατί επικεντρώνεται στην έναρξη και στο χρόνο έναρξης (από το που και από το πότε) της επαναστατικής διαδικασίας παρακάμπτοντας την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το χαρακτήρα της ως αστικού μέτρου.

Το ερώτημα στο οποίο είναι υποχρεωμένη να απαντήσει η ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος, το επαναφέρουμε, είναι εάν μπορεί να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν μπορεί να συνυπάρχει καπιταλισμός και σοσιαλισμός στο πλαίσιο της συγκεκριμένης καπιταλιστικής διακρατικής συμμαχίας με τη μορφή που έχει πάρει αυτή. Η απάντηση είναι απολύτως ξεκάθαρη. Είναι αδύνατον.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που η οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι αδύνατη μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε, η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μονόδρομος για την εργατική τάξη και το κόμμα της. Και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες. Άρα η αποδέσμευση μπορεί και να προηγείται «από το που και το πότε». Είναι το θεμελιακό κριτήριο με βάση το οποίο   πρέπει να διεκδικηθεί η αποδέσμευση. Δηλαδή, θεωρητικά αντιμετωπίζοντας το θέμα, έτσι κι αλλιώς πρέπει να πραγματοποιηθεί η αποδέσμευση είτε πριν είτε μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση.  Με βάση αυτό το κριτήριο, κατ’ αρχήν και πριν απ’ όλα, πρέπει να καθορίσει τη στάση της η εργατική τάξη και το κόμμα της.  

Η θέση «αποδέσμευση με εργατική εξουσία», που παίρνει γενικό χαρακτήρα και αφορά όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως θέση που συγκεκριμενοποιεί τη γενική θέση του 18ου Συνεδρίου για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, όχι απλώς μεταθέτει την αποδέσμευση από αυτούς τους δύο ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση αλλά την καθιστά μονοσήμαντη και αναπόφευκτη προϋπόθεση, δηλαδή της προσδίδει νομοτελειακό χαρακτήρα.

Με την έννοια αυτή η ηγεσία του Κόμματος δεν μεταθέτει μόνο ένα αστικό μέτρο που μπορεί να υλοποιηθεί πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση - ακόμη και από αστική κυβέρνηση, για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, που θα υλοποιηθεί από την εξουσία της εργατικής τάξης στο πλαίσιο των αστικοδημοκρατικών μέτρων που η αστική τάξη έχει παραιτηθεί από την επίλυσή τους. Υποκλίνεται στην ύπαρξη και εξέλιξη της «νομοτέλειας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, ως διακρατικών καπιταλιστικών συμμαχιών, μετατρέπει την τάση σχηματισμού αυτών των διακρατικών συμμαχιών σε νομοτέλεια, ταυτίζει την έννοια της τάσης με την έννοια της νομοτέλειας.

Η ηγεσία του Κόμματος, ως εκ της θέσης της, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η κοσμοθεωρία του Μαρξισμού - Λενινισμού αναγνωρίζει την εμφάνιση της τάσης σχηματισμού διακρατικών συμμαχιών όχι ως νομοτέλεια  και ότι σε κάθε περίπτωση η τάση αυτή τελεί κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης και του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Το ίδιο ισχύει και για τις στρατιωτικές συμμαχίες. Μπορούμε να επικαλεστούμε ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση όχι μόνο της ΕΣΣΔ αλλά και της ΚΟΜΕΚΟΝ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Στην πρότερη θέση τους δημιουργήθηκε η ΚΑΚ, ενώ ορισμένες χώρες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Ο χώρος αυτός ήταν «ενοποιημένος» κάτω από διαφορετικά κοινωνικά συστήματα και μορφές για μερικές εκατοντάδες χρόνια.

Γι’ αυτό το λόγο και η Απόφαση του Συνεδρίου περιορίζεται να θίξει όχι την ανάγκη της αποδέσμευσης ως προϋπόθεσης για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού αλλά την περιγραφή της διαδικασίας ξεσπάσματος της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα σε ένα χώρο - την Ευρωπαϊκή Ένωση στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από τους όρους που προσδιορίζουν αυτόν το χώρο. Θεωρεί δεδομένη και τελεσίδικη την επίλυση αυτού του μέτρου από τη σοσιαλιστική επανάσταση και εξουσία.

Με άλλα λόγια, εξαρτά, ουσιαστικά, την αποδέσμευση από τους όρους -  αντικειμενικούς και υποκειμενικούς, γένεσης και επιτυχούς πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής επανάστασης Και εδώ, φυσικά, γίνεται το θεμελιακό λάθος, γιατί όσο δεν θα δημιουργούνται αυτοί οι όροι δεν θα μπαίνει θέμα αποδέσμευσης και η χώρα μας και οι εργαζόμενοι θα υφίστανται τις καταστροφικές συνέπειες από την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι παρ’ όλο που ένα τέτοιο λάθος είναι ανεπίτρεπτο να γίνεται από την ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος  υπάρχει  το ιστορικό προηγούμενο που δείχνει ότι μπροστά στην πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης υποτιμούνται τα αστικοδημοκρατικά αιτήματα. Σε αυτό το γεγονός εκφράζεται η διαφωνία του Β. Ι. Λένιν με τον Ν. Μπουχάριν που ο δεύτερος τάχτηκε υπέρ της κατάργησης του μίνιμουμ προγράμματος του μπολσεβίκικου κόμματος λίγο πριν την επανάσταση του Οχτώβρη και συνάντησε τη σφοδρή διαφωνία του ηγέτη των μπολσεβίκων.

Όλες οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις είναι συνδεδεμένες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο - πριν ή και μετά την πραγματοποίησή τους,  με αιτήματα - προβλήματα που χαρακτηρίζονται ως αστικοδημοκρατικά, που ως τέτοια μπορούν να επιλυθούν ή θα έπρεπε να επιλύονται από μία αστική κυβέρνηση. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, χαρακτηρίζονται και ως αστικά.

Με αυτήν την έννοια, λέμε, ότι η μετάθεση ενός αστικοδημοκρατικού αιτήματος για την επίλυσή του μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση είναι μια ανεπίτρεπτη αλλά «εύκολη» διολίσθηση. Και η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει έναν ανάλογο χαρακτήρα, που σχετίζεται με την ανάκτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας και την κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Με μία διαφορά. Ότι αυτά τα αιτήματα δεν πρέπει και δεν επιτρέπεται να μετατίθενται εκ των προτέρων για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να πάψουν να είναι αιτήματα διεκδίκησης και υλοποίησης του επαναστατικού κινήματος πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αντίθετα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι σε όλες τις μέχρι τώρα σοσιαλιστικές επαναστάσεις που πραγματοποιήθηκαν αυτά τα αστικοδημοκρατικά αιτήματα, η υπεράσπιση και η πάλη γύρω από αυτά, ήταν τα συγκεκριμένα μεταβατικά μέτρα που επέτρεψαν και οδήγησαν στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων τόσο στις σχέσεις των τάξεων όσο και σε πολιτικό επίπεδο πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση. Διευκόλυναν και την έφεραν πιο κοντά στην πραγματοποίησή της.

Με βάση συγκεκριμένα αστικοδημοκρατικά αιτήματα:

¨      Ο Β. Ι. Λένιν καθοδήγησε την πάλη των μπολσεβίκων από τον Απρίλη μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης τον Οχτώβρη του ’17 (ακόμη και το Σεπτέμβρη - ένα μήνα πριν την επανάσταση, στο ανεπανάληπτο έργο του «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την αντιμετωπίσουμε», επιμένει στην ίδια τακτική και στο ίδιο πλαίσιο αστικοδημοκρατικών αιτημάτων για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στα Σοβιέτ).

¨  Οι επαναστατικές δυνάμεις, με το τέλος του 2ου Παγκόσμιου πολέμου, κατέκτησαν την πολιτική εξουσία στην Τσεχοσλοβακία - με εκλογές - και στις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες.

¨      Οι επαναστατικές δυνάμεις κατέκτησαν την πολιτική εξουσία στην Κούβα το 1959, παρά και ενάντια στη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας.

¨      Οι επαναστατικές δυνάμεις του Βιετνάμ κατέκτησαν την πολιτική εξουσία, που ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή έπαιξαν ρόλο τα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας, η αντιμετώπιση της ξενικής κατοχής.

¨   Οι λαϊκές δυνάμεις της Χιλής, μέσα από τη «Λαϊκή Ενότητα» κατέκτησαν την κυβερνητική εξουσία και εφάρμοσαν μια σειρά αστικοδημοκρατικά μέτρα, κρατικομονοπωλιακού χαρακτήρα, που προκάλεσαν και τη γνωστή αντίδραση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τα λάθη που έκανε η Λαϊκή Ενότητα μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας για να τη χάσει - και με τον τρόπο που την έχασε, δεν πρέπει να συγχέονται με το πρόγραμμα που κατέθεσε στο Χιλιανό λαό προκειμένου να κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία.

¨      Οι λαϊκές επαναστατικές δυνάμεις της Πορτογαλίας πραγματοποίησαν την «Επανάσταση των γαρυφάλλων», ανεξάρτητα από το εάν οι συσχετισμοί, ενδεχομένως και τα λάθη, δεν την έφτασαν μέχρι και τη σοσιαλιστική επανάσταση.

¨      Το ίδιο το ΚΚΕ δημιούργησε το ΕΑΜ και έφτασε να διεκδικεί την πολιτική εξουσία στη χώρα μας, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα και τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό (γι’ αυτό ειδικά το θέμα θα επανέλθουμε και θα το αναλύσουμε από την άποψη της τακτικής και στρατηγικής).

Φυσικά, πρέπει να αναζητήσει κανείς, να αιτιολογήσει και να εξηγήσει, ποιο είναι εκείνο το ποιοτικά καθοριστικό στοιχείο από το οποίο οι επαναστατικές δυνάμεις ωθούνται να σχεδιάζουν με αυτόν τον τρόπο την τακτική τους προκειμένου να πλησιάσουν και να πραγματοποιήσουν τη στρατηγική τους.

Και αυτό το ποιοτικό στοιχείο είναι ο χαρακτήρας αυτών των αστικοδημοκρατικών μέτρων. Είναι μέτρα που έχουν αστικοδημοκρατικό, κρατικομονοπωλιακό χαρακτήρα μεν, είναι, όμως, μέτρα τα οποία, ταυτόχρονα, σε φέρνουν «ένα σκαλοπάτι» πριν το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Είναι μέτρα τα οποία από  οικονομική άποψη ωριμάζουν την υλική βάση της κοινωνίας με εκείνες τις οικονομικές δομές που την προετοιμάζουν για το πέρασμα στο σοσιαλισμό και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Είναι μέτρα που ωριμάζουν τον υποκειμενικό παράγοντα, τους εργαζόμενους και τα μικροαστικά στρώματα και σφυρηλατούν την ενότητα της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τα μικροαστικά στρώματα. Είναι μέτρα που στο πολιτικό επίπεδο κρίνουν το «ποιος ποιον».

Είναι, δηλαδή, μέτρα που  ωθούν να «βγεις από τον καπιταλισμό χωρίς να έχεις βγει ακόμα», είναι μέτρα που ωθούν «να μπεις στο σοσιαλισμό χωρίς να έχεις μπει ακόμα». Είναι τα περίφημα, κατά τον Β. Ι. Λένιν, συγκεκριμένα και μεταβατικά βήματα προς το σοσιαλισμό (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Τόμος 31, σελ. 113 - 118, σελ. 130, σελ 149 - 186, Τόμος 34, σελ. 151 - 199, 351 - 381), που δεν συνιστούν άμεσο σοσιαλισμό (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Τόμος 31, σελ. 116 θέση 8, σελ. 142, §2),  με βάση τα οποία ο Β. Ι. Λένιν καθόρισε και έχτισε όλη την τακτική των μπολσεβίκων από τον Απρίλη μέχρι και την επανάσταση για να μεταστρέψει «την ασύγγνωστη ευπιστία» των λαϊκών μαζών προς την αστική προσωρινή κυβέρνηση και τις κυρίαρχες πολιτικές μικροαστικές δυνάμεις στα Σοβιέτ - τους Εσέρους και τους Μενσεβίκους, που διέθεταν σαφή πλειοψηφία. Να μεταστρέψει τους συσχετισμούς των δυνάμεων μέσα στα ίδια τα Σοβιέτ υπέρ των μπολσεβίκων, να σφυρηλατήσει μέσα στις εργατικές και μικροαστικές μάζες την ανάγκη αλλαγής τάξεων στην εξουσία, να αναγνωρίσουν οι μικροαστικές μάζες την πρωτοπορία της εργατικής τάξης στην πράξη. Είναι μέτρα που στο επίπεδο της εξουσίας αντιστοιχούν, κατά τον Β. Ι. Λένιν, σε ένα κράτος «τύπου Κομούνας», που δεν είναι αστικό, που δεν είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Πρόκειται για μια επαναστατική εξουσία με ένα επαναστατικό κράτος που ο Β. Ι. Λένιν την απέδωσε με το γενικό όρο «Δημοκρατική Δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» αλλά και με άλλους όρους όπως: «Λαοκρατία» και «Επαναστατική Δημοκρατία». Αυτήν τη θέση του ο Β. Ι. Λένιν δεν την εγκατέλειψε ποτέ, και μετά την επανάσταση, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της ηγεσίας, που τον παραχαράσσει ανεπίτρεπτα.

***
Υποτίθεται ότι όλη η επεξεργασία του 18ου Συνεδρίου έγινε για να απαντήσει στη θέση «αλλαγή από τα μέσα», τη θέση που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ και ισοδυναμεί με τη θέση «σοσιαλισμός από τα μέσα» - κατά ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλισμός, μια και αυτή είναι σε τελική ανάλυση η ακριβής θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, όμως, που προκύπτει από την ανάλυση είναι ότι η θέση αυτή οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα - στην παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από διαφορετικούς δρόμους.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ δεν διανοείται να θέσει το ζήτημα της αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θεωρεί ότι μέσα από μια μεταρρυθμιστική τακτική θα φτάσει στο σοσιαλισμό «από τα μέσα», η δε ηγεσία του Κόμματος εξαρτά την αποδέσμευση από τους όρους της πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής επανάστασης. Για όσο χρονικό διάστημα δεν δημιουργούνται αυτοί οι όροι η χώρα μας θα παραμένει δέσμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ.

Το ερώτημα που προκύπτει και που μπορεί να μας απευθύνει κάποιος που διαφωνεί με την παραπάνω ανάλυση είναι το τετριμμένο που ήδη χρησιμοποιείται στην κομματική επιχειρηματολογία: «Και πως ξέρετε εσείς το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση»; Το ερώτημα δεν ομολογεί αλλά υποκρύπτει ως βεβαιότητα ότι η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να βρίσκεται «επί θύραις» ή «πολύ κοντά», επειδή οι υλικοί όροι της ελληνικής κοινωνίας είναι ήδη ώριμοι, επειδή ο καπιταλισμός «είναι ιστορικά ξεπερασμένος» κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός»! Μια τέτοια αίσθηση προκύπτει από την αμεσότητα της προβολής της θέσης «αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με εργατική εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους», ακόμη και κατά την προεκλογική περίοδο Μάη - Ιούνη.

Από την πλευρά μας δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε για το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση, παρά το γεγονός ότι μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι υλικοί όροι είναι ώριμοι για τη σοσιαλιστική επανάσταση για όλες τις χώρες της Ευρώπης, για το εάν είναι επί θύραις ή όχι. Για το μόνο που μπορούμε να βεβαιώσουμε είναι ότι για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης ο μόνος δρόμος είναι να παρακολουθείς την εξέλιξη της ταξικής πάλης και να την οδηγήσεις μέχρι την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη. Και με την έννοια αυτή μπορούμε και να βεβαιώσουμε ότι στην περίοδο που εξετάζουμε η ηγεσία του Κόμματος δεν μας έπεισε για κάτι ανάλογο.

Για το ίδιο ζήτημα, όμως, για το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση, δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ούτε και η ηγεσία του Κόμματος, πολύ περισσότερο μας βεβαιώνουν για το αντίθετο οι σχέσεις των τάξεων στη χώρα μας, οι συσχετισμοί των δυνάμεων μεταξύ τους, που προέκυψαν μετά τις εκλογές. Από μία άποψη, μας βεβαιώνει, επίσης, η ίδια η επιχειρηματολογία της ηγεσίας κατά την προεκλογική περίοδο, που αναγνώρισε δημόσια ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι σήμερα έτοιμοι να δεχτούν την Εργατική Εξουσία, ούτε καν την αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και δεν ξεκινάμε από την ίδια αφετηρία ερμηνείας.

Υπάρχει και κάτι παραπάνω. Η ηγεσία του Κόμματος, δυστυχώς, δεν παρακολουθεί την εξέλιξη της ταξικής πάλης. Και όχι μόνο αυτό. Έχει δημιουργήσει και τους όρους μέσα στο Εργατικό Κίνημα που την απομακρύνουν συνεχώς από την εξέλιξη της ταξικής πάλης και αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για να αισθανόμαστε αβεβαιότητα για τη βεβαιότητα των επεξεργασιών της, που η ίδια θέλει να αποπνέει. Είναι, κατά συνέπεια, ένας πολιτικός τυχοδιωκτισμός να αφήνεται να εννοηθεί ή να αιωρείται κάτι για το οποίο κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει την πραγματική του εξέλιξη.

Στο τετριμμένο αυτό ερώτημα, συνεπώς, υπάρχει μια εξίσου «τετριμμένη» απάντηση: «Μα ακριβώς επειδή δεν ξέρουμε το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση και επειδή η αποδέσμευση αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το σοσιαλισμό, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η τακτική του Κόμματος πρέπει να την καταστήσει και ικανή, με ό,τι σημαίνει αυτό για τη δημιουργία των όρων της σοσιαλιστικής επανάστασης και την ίδια την προοπτική οικοδόμησης του σοσιαλισμού, γι’ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να μετατίθεται για να υλοποιηθεί για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση». Το ίδιο ισχύει για κάθε ανάλογο αίτημα.

Αυτή η θέση, κατά τη γνώμη μας, είναι και ο αδύνατος κρίκος που σπάει την αλυσίδα των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το κλειδί που ανοίγει τις προοπτικές αλλά δημιουργεί και τους όρους για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Παρ’ όλα όσα αναφέρθηκαν στο ερώτημα του όποιου δύσπιστου για την ανάλυση που προηγήθηκε: «Καλά όλα αυτά, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση η αποδέσμευση να πραγματοποιηθεί και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση»; Η απάντηση είναι σαφής. Θεωρητικά μιλώντας, οπωσδήποτε ναι. Αλλά στην πρακτική ζωή, στην καθημερινότητα της εξέλιξης της ταξικής πάλης δεν βάζεις ποτέ «το κάρο μπροστά από το άλογο». Γιατί τότε το «αγώι» μόνο θεωρητικά θα πραγματοποιηθεί.


(ακολουθεί το έκτο μέρος)
Περισσότερα... "