Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Ο απόηχος της επίσκεψης Σόιμπλε

Τελικά τι ακριβώς μας έφερε, από οικονομική και πολιτική άποψη, η επίσκεψη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε;  Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είχε δοθεί πριν την πραγματοποίηση της επίσκεψης. Τα όρια στα οποία θα κινούταν η ελληνική κυβέρνηση είχαν τεθεί εκ των προτέρων. Είχε φροντίσει η γερμανική διπλωματία και το ίδιο το υπουργείο οικονομικών. Και η κυβέρνηση τα τήρησε με μεγάλη ακρίβεια.

Φυσικά δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συζητήθηκε στην κατ’ ιδίαν συνάντηση ανάμεσα στον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τον Σόιμπλε. Νομίζουμε, όμως, ότι δεν αλλάζουν καθόλου τα πράγματα ως προς τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα μας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα απέναντι στο μεγάλο αφεντικό, τη Γερμανία, ως προς την πιστή τήρηση των συμφωνιών και των προγραμμάτων που πρέπει να εφαρμόσει η χώρα μας.

Ουσιαστικά ο Σόιμπλε δεν άφησε κανένα περιθώριο στην ελληνική κυβέρνηση. Ήταν τόσο σαφής ώστε δεν είχε καμία επιφύλαξη - παρά τις ανησυχίες του για την αντοχή της κυβέρνησης, να υποδεικνύει στον πρωθυπουργό της χώρας «να ξεχάσει τις εκλογές και να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματος»! Και ως αφεντικό δεν ξέχασε ακόμη να πει και τα καλά του λόγια για τον Κυρ. Μητσοτάκη, που είχε γίνει λόγος για αυτόν στο πρόσφατο Eurogroup, ως τον υπουργό που θα αναλάβει να πραγματοποιήσει τις απολύσεις στο δημόσιο.

Εδώ πλέον οι έννοιες έχουν αλλάξει το νόημά τους. «Καλά λόγια» για έναν υπουργό που καμαρώνει για τις απολύσεις που θα κάνει και θα μεγαλώσει τις στρατιές των ανέργων!!!

***

Την ίδια στιγμή ο υπουργός Γιάννης Στουρνάρας ελπίζει σε ανάπτυξη για το 2014, εάν και εφόσον εφαρμοστεί το πρόγραμμα των αναδιαρθρώσεων που έχει επιβληθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τη σύμφωνη γνώμη της αστικής τάξης της χώρας μας, ενώ διεθνή ινστιτούτα που παρακολουθούν την πορεία της ελληνικής οικονομίας αμφιβάλλουν για το εάν θα υπάρξει ανάπτυξη ακόμη και το 2016, με επίσημη ανεργία που θα αγγίζει το 35% (Ινστιτούτο Λεβί).

Η ανάπτυξη, λοιπόν, μετατίθεται, σύμφωνα πάντα με το συγκεκριμένο Ινστιτούτο, για το 2017, οπότε σε αυτήν την περίπτωση η χώρα μας θα «έχει κλείσει μια δεκαετία, σχεδόν, οικονομικής κρίσης» και μάλιστα σε ένα ευρωενωσιακό περιβάλλον, που, τίποτα, με τα σημερινά δεδομένα, δεν δείχνει ότι θα υπάρξουν σημάδια οικονομικής ανάκαμψης. Πολύ περισσότερο δεν γνωρίζουμε πως θα έχει αντιμετωπιστεί το μέγα θέμα των δημόσιων χρεών.

Από αυτό και μόνο αναδεικνύεται το πόσο γενικόλογη και χωρίς ουσιαστική σημασία είναι η τοποθέτηση που κάνει το Κόμμα μας «για την αναιμική ανάκαμψη, όποτε και εάν έρθει αυτή, που θα παραχωρήσει τη θέση της σε βαθύτερη κρίση»!  

Παράλληλα, το έχουμε ξαναγράψει, ο φετινός προϋπολογισμός το πιθανότερο είναι ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, ότι πλεονάσματα δεν θα υπάρξουν, παρά μόνο με τη βοήθεια της «δημιουργικής λογιστικής», πράγμα που αναγνωρίζεται πλέον και από τα φιλικά ΜΜΕ της κυβέρνησης. Τα χρηματοδοτικά κενά θα καλυφθούν μόνον και εάν εφαρμοστούν οι αναδιαρθρώσεις αλλά και εάν οι δανειστές  εξασφαλίσουν τη δυνατότητα «επιστροφής των δανεικών», όπως διευκρίνισε ο ίδιος ο Σόιμπλε.

Δεν είναι, λοιπόν, χωρίς εξήγηση οι εκτιμήσεις που γίνονται - και που πληθαίνουν, ακόμη και από κορυφαία στελέχη των κυβερνητικών κομμάτων, ότι αυτό το πρόγραμμα «δεν βγαίνει» και ότι είναι καταστροφικό «όχι μόνο για τη χώρα μας αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση» (Προκόπης Παυλόπουλος). Μάλιστα ορισμένοι οικονομικοί σχολιαστές παίρνοντας υπόψη ότι το πιθανότερο είναι να μην πραγματοποιηθεί ο προϋπολογισμός, να μην επιστρέψει σε ανάπτυξη η χώρα μας το 2014, έστω και μικρή, ανεβάζουν το ύψος των χρηματοδοτικών κενών στα 30δισ. ευρώ.

Και φυσικά δεν είναι, επίσης, χωρίς σημασία ότι αυτοί που διατυπώνουν τέτοιες απόψεις, ταυτόχρονα, «κλείνουν το μάτι» προς την αμερικάνικη πλευρά και την οικονομική τους πολιτική. Οι πιο τολμηροί από αυτούς διατυπώνουν ανοιχτά την άποψη ότι η Ελλάδα έγινε «οικόπεδο της Γερμανίας» ή «η πρώτη αποικία της Γερμανίας στην Ευρώπη», ελπίζουν σε μια αλλαγή πολιτικής κάτω από την πίεση των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά πάνω στη Γερμανία.

Είναι γνωστό, επίσης,  ότι κατά τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Σόιμπλε η αντζέντα δεν περιελάμβανε αποκλειστικά και μόνο τα θέματα εφαρμογής της μνημονιακής πολιτικής. Συζητήθηκαν ακόμη και θέματα που αφορούν στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, το Κυπριακό, τις εξελίξεις στη Συρία, ενεργειακά κλπ. Θέματα που θα απασχολήσουν και τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο Ομπάμα στην προσεχή του επίσκεψη στην Ουάσιγκτον και αναδεικνύουν το γεωστρατηγικό ενδιαφέρον της Γερμανίας και των ΗΠΑ στην περιοχή, αλλά, ταυτόχρονα, και τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. 

***

Αν, λοιπόν, πρέπει να πούμε μια πολιτική εκτίμηση για την επίσκεψη Σόιμπλε είναι ότι όχι μόνο δεν ανέχτηκε την οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα, αλλά «έβαλε τα δυο ποδάρια της κυβέρνησης σε ένα παπούτσι», έφτασε να της «κόψει το βήχα» ακόμη και σε κάθε σκέψη για πρόωρες εκλογές, να δεχτεί πειθήνια και απαρέγκλιτα ότι η πορεία της όποιας βοήθειας για τα χρηματοδοτικά κενά θα εξαρτηθεί από την πορεία εφαρμογής των διαρθρωτικών αλλαγών, ακόμη και η όποια πιθανότητα για ένα νέο κούρεμα του δημόσιου χρέους.

Αν, τώρα, πρέπει να κάνουμε μια οικονομική εκτίμηση, πέραν της εφαρμογής της οικονομικής μνημονιακής πολιτικής, για τα όσα οικονομικά «δώρα» μας έφερε ο Σόιμπλε πρέπει να πούμε ότι αυτά δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά την προσπάθεια της Γερμανίας για μεγαλύτερη οικονομική διείσδυση στη χώρα μας. Οικονομικοί σχολιαστές τα χαρακτήρισαν ως «καθρεφτάκια» ή «τυράκια» σε ότι αφορά το ξεπέρασμα της κρίσης.

Η γερμανική KfW (η αντίστοιχη πάλαι ποτέ ΕΤΒΑ της χώρας μας) θα συνεισφέρει 100εκ ευρώ στη δημιουργία του Αναπτυξιακού Επενδυτικού Ταμείου την ίδια στιγμή που η χώρα μας θα συμμετάσχει με 350εκ ευρώ. Το Ταμείο αυτό χαρακτηρίστηκε ως «το μακρύ χέρι του Βερολίνου, που διεμβολίζει αδύναμες οικονομίες, βάζει στο μάτι υποδομές και χειραγωγεί τράπεζες» (Κ. Ελευθεροτυπία 21/07/2013)! Την ίδια στιγμή Η Κυριακάτικη Καθημερινή (21/07/2013) μας πληροφορεί, με την ευκαιρία της δημιουργίας του Αναπτυξιακού Επενδυτικού Ταμείου ότι «η ελληνική αγορά διψάει για ρευστό 20δισ. ευρώ», νούμερο που προκύπτει από μελέτη της Oliver Wyman.   

Παράλληλα η Γερμανία προωθεί στη χώρα μας τη δημιουργία περιφερειακών τραπεζών, κατά το αντίστοιχο πρότυπο των γερμανικών περιφερειακών πιστωτικών ιδρυμάτων SparKassen. Οι τράπεζες αυτές θα είναι μεν ελληνικές αλλά θα συμμετέχει και η Ένωση Περιφερειακών Τραπεζών της Γερμανίας, η παρουσία της οποίας θα είναι πολύ ισχυρή όχι μόνο λόγω της συμμετοχής της αλλά, και κυρίως, για τη μεταφορά τεχνογνωσίας. Οι τράπεζες αυτές θα δραστηριοποιηθούν στην ελληνική περιφέρεια και ειδικά στις περιοχές που το γερμανικό ενδιαφέρον είναι έντονο και γίνεται προσπάθεια να καθιερωθούν οι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες.

Επομένως αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι η χώρα μας έχει εγκλωβιστεί για τα καλά σε μια αδιέξοδη πορεία, που πέρα από το γεγονός ότι την κρίση θα την πληρώσουν οι εργαζόμενοι και μάλιστα σε μακροχρόνια βάση, αυτό είναι το πρώτο και το σημαντικότερο, παράλληλα βαθαίνει την πολιτική και οικονομική της εξάρτηση, δεν δίνεται ουσιαστικά καμία δυνατότητα να ανασυγκροτήσει την υλική της παραγωγή.

Γιατί ποιο, υποτίθεται, ότι θα είναι το επιστέγασμα αυτής της οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται;

Θα είναι η χώρα μας να ξεμπλέξει από το βάρος του δημόσιου χρέους (που δεν θα ξεμπλέξει, γιατί και το 2022, στην καλύτερη περίπτωση, προβλέπεται να είναι πάνω από το 110% επί του ΑΕΠ) για να βγεί στις αγορές και να μπορεί να δανειστεί(!) και να κατορθώσει να ξαναγίνει ανταγωνιστική, ώστε να υπάρξει η ανάπτυξη.  Ανταγωνιστική, βέβαια, με μισθούς της τάξης των 400 ευρώ και ξαναμπαίνοντας σε έναν νέο κύκλο δανεισμού.

Το ερώτημα βέβαια που πρέπει να απαντηθεί είναι πάνω σε ποια υλική παραγωγική βάση θα γίνει η ανάπτυξη αφού η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας, ακόμη και την καταστροφή ενός τμήματος της αστικής τάξης. Εκτός, βέβαια, αν θεωρούνται επενδύσεις τα ξεπουλήματα της δημόσιας περιουσίας και τα φιλέτα που επιδιώκει να πάρει το ξένο κεφάλαιο «αντί πινακίου φακής». 

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική πολιτική που ακολουθείται αναπαράγει τους όρους της πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης της χώρας μας και δεν της εξασφαλίζει καμία ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική.

***

 Αυτό το αδιέξοδο τοπίο αναδείχτηκε πλήρως και σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια με την έλευση του Σόιμπλε στη χώρα μας. Και το παραδέχονται, μέσα από τη δική τους πολιτική οπτική, και αστικά ΜΜΕ: «Η επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Οικονομικών στην Αθήνα δεν πρόσφερε τελικά τίποτε ουσιαστικό στην προσπάθεια της χώρας μας για ταχύτερη έξοδο από την κρίση. [….] Και γι’ αυτό οι τοποθετήσεις του στα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη βιωσιμότητα του χρέους μας, την ανάπτυξη της οικονομίας μας, την έξοδό μας από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης, αλλά και τις γερμανικές οφειλές προς την Ελλάδα, όχι μόνο δεν έπεισαν τους πολίτες για την ορθότητα του γερμανικού «δρόμου» που έχει επιβληθεί στον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά αντίθετα μάλιστα ενίσχυσαν την ήδη έντονη ανησυχία ότι η πολιτική που μας έχει υπαγορεύσει το Βερολίνο είναι απολύτως αδιέξοδη» (Realnews, 21/07/2013, Ν. Χατζηνικολάου).

Την ίδια στιγμή τα σχόλια επεκτείνονται και έξω από την οικονομική πολιτική: «Τα δρακόντεια μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση Σαμαρά αντανακλούν όχι μόνο τον ευρωπαϊκό επαρχιωτισμό, αλλά και το ριζωμένο σύνδρομο εξάρτησης των ελληνικών αρχουσών ελίτ. [….] Η κρίση ανέδειξε ηγεμόνα, ο οποίος, μάλιστα, αντλεί τα οφέλη αρνούμενος τις συνακόλουθες υποχρεώσεις του ρόλου. Με άλλα λόγια, πρόκειται περισσότερο για μεταμοντέρνα αποικιοκρατία με όπλο το χρέος, παρά για κλασσική ηγεμονία. Μέσα στην υπερβολή τους, τα μέτρα για την επίσκεψη Σόιμπλε στην Αθήνα επιβεβαιώνουν σημειολογικά ότι η αρχή της ισοτιμίας των κρατών - μελών, που ήταν το θεμέλιο και η ελκτική δύναμη του ενοποιητικού εγχειρήματος, έχει ουσιαστικά καταντήσει άδειο κέλυφος» (στο ίδιο, Στ. Λυγερός).

Ορισμένοι βέβαια, μπροστά στα αδιέξοδα, δηλώνουν ότι: «Προφανώς η ελληνική προσπάθεια δεν μπορεί να στηριχθεί στις προοπτικές μεταβολής των συσχετισμών στην Ευρώπη και στον κόσμο. Για τον απλούστατο λόγο ότι μπορεί να αργήσουν. Μεσοπρόθεσμα λοιπόν η Ελλάδα δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στις δικές της προσπάθειες, στις δικές της πρωτοβουλίες, στη δυνατότητά της να κινητοποιήσει τις εθνικές και κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της» (Το Βήμα, 21/07/2013, Αν. Καρακούσης). Αλλά πως μπορεί να γίνει αυτό όταν η χώρα μας είναι δέσμια μιας οικονομικής πολιτικής που μας έρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας ουσιαστικός παράγοντας της οικονομικής κρίσης της χώρας μας;...

***

Μπροστά σε αυτές τις αλήθειες που διατυπώνονται από τα αστικά ΜΜΕ, και με τον τρόπο που ομολογούνται, η κυβέρνηση - δηλαδή Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, είναι αποφασισμένη να συνεχίσει την ίδια πολιτική, «παίζοντας», ταυτόχρονα, ανάμεσα σε Γερμανία και ΗΠΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, και μετά το ιδρυτικό του συνέδριο, επιβεβαίωσε τον ήδη γνωστό προσανατολισμό του, που δεν δίνει καμία ουσιαστική διέξοδο στην οικονομική κρίση της χώρας μας, κλίνοντας περισσότερο σε μια αμερικάνικη εκδοχή οικονομικής πολιτικής, που δεν αμφισβητεί ούτε το ευρώ ούτε πολύ περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η «Νέα Σπορά» επανέρχεται στην άποψη που έχει διατυπώσει ότι τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μας θα κριθούν από τη στάση που θα κρατήσει το Κόμμα μας, το ΚΚΕ, από την πρόταση διεξόδου που θα καταθέσει. Με την προϋπόθεση ότι θα ξεπεράσει και αυτό τα αδιέξοδα της δικής του πολιτικής.

Και προς επίρρωση της άποψής μας ας δούμε πως αντιμετώπισε τον ερχομό του Σόιμπλε, γεγονός που αναδεικνύει και τα αδιέξοδα του Κόμματος. Παραθέτουμε την ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ σε σχέση με τα αστυνομικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση με την ευκαιρία του ερχομού του Σόιμπλε: «Το ΚΚΕ καταγγέλλει τα μέτρα αστυνομοκρατίας, που αποφάσισε η κυβέρνηση, ενόψει της επίσκεψης του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Β. Σόιμπλε που έρχεται στην Ελλάδα, για να στηρίξει το αντιλαϊκό έργο της κυβέρνησης. Ο λαός χρειάζεται να δώσει τη δική του απάντηση στον κυβερνητικό αυταρχισμό».

Η ηγεσία του Κόμματος δεν «είδε» τίποτα άλλο πέρα από τα αστυνομικά μέτρα και τη στήριξη στο αντιλαϊκό έργο της κυβέρνησης. Δεν είδε ότι αυτά τα μέτρα αναδεικνύουν μια πολιτική στάση υποτέλειας απέναντι στον «ηγεμόνα» ή ακόμα και στο «μεταμοντέρνο αποικιοκράτη», που βλέπουν ακόμα και αστοί δημοσιογράφοι. Δεν είδε, όχι με τα αστικά μέτρα και τις αστικές ορολογίες αλλά με μαρξιστικολενινιστικά κριτήρια, τη σχέση μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης με τη χώρα μας, που παίζει ηγεμονικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υπαγορεύει οικονομικές πολιτικές, στο πλαίσιο του παγκόσμιου ρόλου που θέλει να παίξει και ιδιαίτερα στην περιοχή μας.

Παραπέρα, αρκέστηκε να επισημάνει ότι «ο λαός χρειάζεται να δώσει τη δική του απάντηση στον κυβερνητικό αυταρχισμό», μια φράση κλισέ που επαναλαμβάνεται σταθερά και στην οποία αλλάζει μόνο ο εμπρόθετος προσδιορισμός. Μια φράση που θυμίζει έντονα μια άλλη παρόμοια φράση ότι «ο λαός χρειάζεται να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα».

Ποια απάντηση και με ποιον τρόπο θα απαντήσει ο λαός; Πως θα δράσει ενάντια στον κυβερνητικό αυταρχισμό; Αυτά δεν φαίνεται να απασχόλησαν την ηγεσία του Κόμματος για αυτόν το λόγο δεν είδαμε και καμία κινητοποίηση.

Παραθέτουμε, στη συνέχεια, τη δεύτερη ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ σε σχέση με την επίσκεψη Σόιμπλε:

«Βασικός στόχος της επίσκεψης Σόιμπλε είναι η στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης για να επιταχύνει τις αναδιαρθρώσεις, δηλαδή το παραπέρα τσάκισμα των λαϊκών δικαιωμάτων στο βωμό της ανταγωνιστικότητας, που αποτελεί κοινό στρατηγικό στόχο εγχώριας και γερμανικής άρχουσας τάξης.
Η συζήτηση για την πιθανότητα νέου δανεισμού του κράτους, καθώς και για τους όρους διαχείρισης του σημερινού υπέρογκου δημοσίου χρέους, δεν αφορά την ελάφρυνση του λαού από τα βάσανά του, αλλά το μοίρασμα ζημιών και κερδών μεταξύ μονοπωλιακών ομίλων και κρατών μελών της ΕΕ.
Τα σχέδια για Ελληνικό Αναπτυξιακό Ταμείο, με τη συμμετοχή της γερμανικής τράπεζας KfW, δε θα αποτελέσουν σανίδα σωτηρίας για τους αυτοαπασχολούμενους, που συνθλίβονται από τη βαθιά καπιταλιστική κρίση και την κυβερνητική πολιτική υπέρ των μεγαλοεπιχειρηματιών, αλλά μηχανισμό ενίσχυσης των εγχώριων τραπεζών και δέσμευσης μεγάλου μέρους της χρηματοδότησης του ΕΣΠΑ σε συμπράξεις ελληνικών και γερμανικών επιχειρήσεων και γενικότερα στην αύξηση της διείσδυσης του γερμανικού κεφαλαίου στην ελληνική αγορά.
Μόνο η οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, αποδέσμευση από την ΕΕ και μονομερή διαγραφή του χρέους μπορεί να αποτελέσει ελπιδοφόρα διέξοδο για το λαό».

Αναπάντητα ερωτήματα:

Σαφώς η γερμανική και η ελληνική άρχουσα τάξη επιδιώκουν το τσάκισμα των εργατικών δικαιωμάτων. Αλλά είναι μόνο αυτό; Γιατί η ελληνική άρχουσα τάξη έχει την ανάγκη της «στήριξης» του Σόιμπλε, δηλαδή της γερμανικής άρχουσας τάξης; Απλώς και μόνο γιατί έχουν «κοινό στρατηγικό στόχο»; Η ηγεσία του Κόμματος δεν άκουσε τίποτα για τις συνεχείς υπαγορεύσεις του Σόιμπλε σε σχέση με την εφαρμογή των προγραμμάτων; Δεν άκουσε τίποτα για τον αποκλεισμό κάθε ιδέας προσφυγής σε εκλογές;  Και από πότε ο Σόιμπλε μπορεί να υπαγορεύει ακόμα και σε μια αστική κυβέρνηση ενός κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης το πότε θα κάνει εκλογές; Αυτό λέγεται πολιτική εξάρτηση ναι ή όχι;

Η συζήτηση για ένα νέο δανεισμό και τη διαχείριση του δημόσιου χρέους σαφώς δεν αφορά στην ελάφρυνση του ελληνικού λαού από τα βάσανά του. Αλλά, επίσης, σαφώς δεν αφορά μόνον τα κέρδη και τις ζημιές των δανειστών. Αφορά και τη σχέση των δανειστών με τη χώρα μας. Και μέσα από αυτήν τη σχέση υπαγορεύεται εκ μέρους των δανειστών μια οικονομική πολιτική, που κατά τους αστούς σχολιαστές καταδικάζει τη χώρα μας σε «ελεγχόμενη πτώχευση διαρκείας». Η ηγεσία του Κόμματος τι ακριβώς κατανοεί; Ότι οι αστοί σχολιαστές άλλαξαν ταξική θεώρηση; Και αυτό που ομολογούν και υποστηρίζουν πως λέγεται; Λέγεται οικονομική εξάρτηση; Ναι ή όχι;

Η διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου δεν αφορά στον επεκτατισμό της γερμανικής άρχουσας τάξης και δεν αποκαλύπτει την αδυναμία της ντόπιας αστικής τάξης να τροφοδοτήσει τη «δική της» ανάπτυξη; Επομένως ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη γερμανική και την ελληνική αστική τάξη, μια και οι δύο άρχουσες τάξεις διαθέτουν όλα τα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά (και μάλιστα «και με το παραπάνω»), σύμφωνα με τις αναλύσεις του Κόμματος; Πως θα βγει άκρη τώρα για τις πραγματικές σχέσεις των δύο αρχουσών τάξεων, των δύο κρατών;

Καταλήγουμε:

Όλα τα παραπάνω δεν υπαγορεύουν την ανάγκη στο Κόμμα να δει με πολύ πιο συγκεκριμένο τρόπο την κατάθεση μιας πρότασης διεξόδου από την οικονομική κρίση, γεγονός που θα καθορίσει και τα αντίστοιχα πολιτικά του καθήκοντα;

Έχουμε την εντύπωση ότι η ηγεσία του Κόμματος παρατηρεί «αφ’ υψηλού» και από μακριά τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στη χώρα μας, σαν τον Ξέρξη στο θρόνο του, που από τα βουνά του Αιγάλεω παρατηρούσε τη ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας. Αρκείται να διατυπώνει και να επαναλαμβάνει την τελευταία φράση της ανακοίνωσης «περί κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων….» νομίζοντας ότι έτσι λύνει το πρόβλημα της κατάθεσης μιας συγκεκριμένης πρότασης διεξόδου από την οικονομική κρίση.

Εμείς απλώς θα θυμίσουμε ότι ο Ξέρξης έχασε…